ALECTORIS GRAECA
http://alectorisgraeca.getforum.org/

Παραμύθια του λαού
http://alectorisgraeca.getforum.org/topic-t914.html
Σελίδα 1 από 1

Συγγραφέας:  gpeppas [ Σάβ Δεκ 06, 2008 11:11 pm ]
Θέμα δημοσίευσης:  Παραμύθια του λαού

Η κουκουβάγια και η πέρδικα

Μια μέρα συνάχτηκαν όλα τα πουλιά και συμφώνησαν να βάλουν τα παιδιά τους στο σχολείο να μάθουν γράμματα. Ήβραν και δάσκαλο και τον διόρισαν. Άνοιξε το σχολείο κι επήραν τα παιδιά τους και τα έγραψαν.
Ύστερα από λίγες μέρες, μερικά παιδιά πήγαν στο σχολείο και δεν ήξεραν το μάθημά τους. Ο δάσκαλος τα άφησε νηστικά το μεσημέρι. Μέσα στα παιδιά που έμειναν τιμωρία ήταν και το παιδί της κουκουβάγιας.
Η κουκουβάγια, άμα είδε πως εσχόλασαν τα παιδιά το μεσημέρι και το μωρό της δεν εσχόλασε, επήρε λίγο ψωμί και επήγε στο σχολείο να του το δώσει.
Καθώς επήγαινε, την έφτασεν η πέρδικα. Έμεινε κι εκείνης το μωρό της νηστεία, κι επήγαινε να του δώσει λίγο ψωμί. Λέγει η πέρδικα της κουκουβάγιας:
– Να χαρείς τα μάτια σου, γείτονα· έχω πολλή δουλειά και σε παρακαλώ να πάρεις και του μωρού μου το φαΐ του.
– Το παίρνω γειτόνισσα, λέγει η κουκουβάγια, αλλά δεν ξέρω το μώρο σου ποιο είναι.
– Ω, λέγει η πέρδικα, όσο γι’ αυτό, είναι πολύ εύκολο να το βρεις. Το μωρό μου είναι το πιο όμορφο μωρό του σχολείου!
Η κουκουβάγια πήγε στο σχολείο. Παρακάλεσε το δάσκαλο, κι αυτός εδέχτηκε να δώσει το ψωμί του μωρού της. Ύστερα είπε του δασκάλου να την αφήσει να δει όλα τα παιδιά. Εκοίταξε καλά καλά, δεν ήβρε το μωρό τη πέρδικας. Εγύρισε πίσω, επήγε και ήβρε την πέρδικα και της έδωσε το ψωμί της και της λέει:
– Τι να σου κάμω! Εκοίταζα μιαν ώρα και δεν το ήβρα το μωρό σου, γιατί μες στο σχολείο δεν ήταν ομορφότερο μωρό από το δικό μου!

Συγγραφέας:  gpeppas [ Σάβ Δεκ 06, 2008 11:15 pm ]
Θέμα δημοσίευσης: 

Το παραμύθι της ελιάς

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σε μια φτωχογειτονιά ένα φτωχό μα πολύ καλόκαρδο κορίτσι που το έλεγαν Ελιά.

Κάθε μέρα η Ελιά γύριζε τη γειτονιά της, έβλεπε τον κόσμο να ζει φτωχός και δυστυχισμένος και γύριζε στο σπίτι της πολύ στενοχωρημένη.

Κάτι πρέπει να κάνω να τους βοηθήσω, σκεφτόταν. Κι από την άλλη μέρα κιόλας άρχισε. Βγήκε στη γειτονιά, κράτησε τα παιδιά της γειτόνισσας για να πάει να δουλέψει και να μπορεί να φέρει στα παιδιά της λίγο φαΐ.

Μια άλλη μέρα πήγε στη γριούλα που ήταν άρρωστη, της μαγείρεψε, της σκούπισε το σπίτι, την έπλυνε, την ταΐσε. Την άλλη μέρα πάλι έβγαλε τον παράλυτο γέρο με το καρότσι του βόλτα, για να πάρει αέρα και ήλιο.

Τα βράδια γύριζε κατάκοπη, μα ευχαριστημένη που είχε καταφέρει να δώσει λίγη χαρά στους φτωχούς ανθρώπους.

Οι μέρες περνούσαν κι η Ελιά όλο δούλευε, όσο αδυνάτιζε. Μα έβλεπε πως ότι κι αν έκανε, ο κόσμος ήταν πάντα φτωχός και δυστυχισμένος.
Αυτό τη στενοχωρούσε πάρα πολύ κι έτσι στενοχωρημένη κάθισε στην αυλή του σπιτιού της και συλλογιζόταν.

- Τι να κάνω, τι να κάνω. Δεν μπορώ να βλέπω τόση δυστυχία. * Το σπουργίτι που την είδε τόσο στενοχωρημένη - και που την αγαπούσε γιατί κάθε μέρα του έριχνε σπόρους και ψίχουλα - δεν άντεξε και πέταξε βαθιά στο δάσος.

Εκεί βρήκε την καλή νεράιδα και της είπε:
- Τρέξε, καλή νεράιδα, η Ελιά είναι πολύ στενοχωρημένη, χλωμή κι αδύνατη.

Η καλή νεράιδα ανήσυχη έτρεξε στην αυλή της Ελιάς και τη ρώτησε:
- Τι έχεις, Ελιά μου, κι είσαι τόσο λυπημένη;
- Αχ, καλή μου νεράιδα. Δεν μπορώ να βλέπω τόση φτώχεια και δυστυχία γύρω μου.
- Και τι θέλεις, δηλαδή;
- θέλω να τους γίνω χρήσιμη, θέλω να τους προσφέρω κάτι πολύτιμο που να τους δώσει ζωή και χαρά.

-Το θέλεις αλήθεια τόσο πολύ;

- Και βέβαια το θέλω, δε βλέπεις πως έλιωσα από τη στενοχώρια μου;

- Τότε σταμάτησε να στενοχωριέσαι, θα σε κάνω αυτό που θέλεις. Και τσουπ! την άγγιξε με το ραβδάκι της κι αμέσως η Ελιά έγινε ένα μεγάλο δέντρο, που έβγαλε φύλλα, λουλουδάκια άσπρα, που έγιναν ελιές πράσινες, μωβ, μαύρες.
Έπεσαν στη γη, τα κουκούτσια φύτρωσαν, έγιναν δεντράκια και σχημάτισαν ένα μεγάλο ελαιώνα.

Ήρθαν οι γείτονες, μάζεψαν τις ελιές, έβγαλαν λάδι, έφαγαν, χόρτασαν, ρόδισαν τα μαγουλά τους, ζωήρεψαν κι άρχισαν να χαμογελούν και να ζουν ευτυχισμένοι.

Για να ευχαριστήσουν την ελιά και να της δείξουν την αγάπη τους, πήραν το λάδι τους, το έβαλαν στο καντήλι, για να θυμίζουν στην Παναγιά και στο Χριστό, την καλοσύνη της ελιάς και την αγάπη της για τον κόσμο.

Κι η Παναγιά με τη σειρά της την ευλόγησε. Κι ο Χριστός κάτω απ' την ελιά ήρθε και ξεκουράστηκε.

Κι εκείνη καμάρωνε ευχαριστημένη στη μέση στον ελαιώνα και φρόντιζε, όταν έρχονται οι άνθρωποι να τη μαζέψουν να 'ναι γεμάτη ελιές, να χορταίνουν οι φτωχοί, και να φωτίζονται απ' τις καντήλες όλες οι εκκλησιές.

Συγγραφέας:  gpeppas [ Σάβ Δεκ 06, 2008 11:17 pm ]
Θέμα δημοσίευσης: 

Το υποτακτικό λιοντάρι

Ο νεαρός καλόγερος, στεγνωμένος απ' τον ήλιο της ερήμου, με κομμένη την ανάσα, χτύπησε την πορτούλα του κελιού. Άνοιξε μετά από κάμποσα λεπτά και πρόβαλε το ψαρό κεφάλι του μοναχού Γεράσιμου. -Έλα μέσα παιδί μου, είπε.


Το καλογέρι μπήκε και κάθισε χαμηλά σε μια πέτρα. Ο Γέροντας του έδωσε νερό.


-Τι ζητάς τον ρώτησε.


-Να γίνω μοναχός .


-Η πρώτη μοναχική αρετή ποια είναι


-Η υπακοή.


-Ναι. Και πώς θα τη μάθεις


-Ακολουθώντας σε.


-Πριν μ' ακολουθήσεις, παρακολούθησε έναν υποταχτικό, που έχω εδώ. Έρχεται στο μεσονυχτικό, στέκει έξω από την πόρτα μου και προσεύχεται μαζί μου.


Ο γέροντας Γεράσιμος χαμογέλασε αινιγματικά κι έδωσε ένα παξιμάδι στο νεαρό καλόγερο.


Τα μεσάνυχτα, πριν ν' αρχίσουν οι δυο καλόγεροι μαζί την ακολουθία, ο Γεράσιμος άνοιξε το παραθυράκι της πόρτας και είπε στο καλογέρι:


-Έλα να δεις


Εκείνος πλησίασε κι είδε στο φως του φεγγαριού να' ρχεται ένα λιοντάρι με αργό μεγαλόπρεπο βήμα, να σκύβει το κεφάλι μπρος στην πόρτα κι έπειτα να κάθεται. Το καλογέρι εθαύμασε.

Το πρωί όταν σηκώθηκαν από τον μικρό τους ύπνο, το λιοντάρι είχε φύγει. Ο γέροντας φόρτωσε τις στάμνες στο γαϊδουράκι και πήγε στο ποτάμι να φέρει νερό. Σαν γύρισε, σφύριξε και αμέσως παρουσιάστηκε το λιοντάρι πίσω από τους βράχους. Πλησίασε, έσκυψε το κεφάλι πάλι μπρος στον γέροντα.


-Άντε στο διακόνημα σου, είπε ο γέροντας Γεράσιμος.


Μπρος το γαϊδούρι , πίσω το λιοντάρι, απομακρύνθηκαν. Το καλογέρι τρόμαξε.


-Τι κάνεις γέροντα! Θα το φάει το γαϊδούρι!


Μη φοβάσαι παιδί μου, θα δεις.


Το μεσημέρι, γύρισε το γαϊδουράκι με τη συνοδεία του λιονταριού. Έσκυψε ο Λέων το κεφάλι, πήρε την ευλογία του γέροντα κι έφυγε.


-Τέλειωσε το διακόνημα του και πάει να ζητήσει την τροφή του.


Ο μικρός καλόγερος εθαύμασε πάλι. Είδε από τη μια το υπάκουο λιοντάρι κι από την άλλη τον ταπεινό γέροντα και κατάλαβε: Ο γέροντας Γεράσιμος υπάκουε στον Κύριο Ιησού Χριστό, και τ' άγρια θηρία υπάκουαν στον ίδιο. Ο πιστός και ταπεινός, που ζει με προσευχή, δε φοβάται τίποτα και ταυτόχρονα αγαπάει και δεν μπορεί να κάνει κακό σε κανένα και σε τίποτα. Τα ζώα το καταλαβαίνουν και τον σέβονται.


Μια μέρα όμως, γύρισε το λιοντάρι απ' τη βοσκή χωρίς το γαϊδούρι. Ο γέροντας έμεινε σκεφτικός. Ο μικρός καλόγερος είπε:


-Είδες γέροντα Δεν έπρεπε να εμπιστεύεσαι το θηρίο.


Κι ο γέροντας προς το λιοντάρι:


-Αφού θυμήθηκες τ' άγρια ένστικτα σου κι έφαγες το ζώο, θα κάνεις στο εξής τη δική του εργασία.


Και στ' αλήθεια, από τότε, το λιοντάρι φορτωνόταν τις στάμνες και κουβαλούσε το νερό. Ύστερα ο γέροντας το έδιωχνε να πάει να κυνηγήσει και να ξεκουραστεί. Μα πάντα μέσα του ρωτούσε: «Τάχα το' φαγε το γαϊδούρι ή κάτι άλλο του συνέβη » Και πραγματικά, ο Λέων είχε μόνο πέσει στο αμάρτημα της τεμπελιάς. Κοιμήθηκε κείνο το πρωινό κι άφησε αφύλακτο το ζώο. Πέρασαν έμποροι-τυχοδιώκτες, είδαν το γαϊδουράκι και το έκλεψαν.


Μια μέρα λοιπόν, ξαναπέρασαν από το ίδιο μέρος. Το γαϊδουράκι έσερνε και δυο καμήλες, που είχαν δέσει στο σαμάρι του. Ο Λέων το αναγνώρισε. Όρμησε κατά πάνω στους εμπόρους κι αυτοί το έβαλαν στα πόδια. Το λιοντάρι έπιασε με τα δόντια το σκοινί και οδήγησε το γαϊδούρι με τις δύο καμήλες στο κελί του γέροντα. Κατάπληκτος, ο νεαρός καλόγερος είδε το θηρίο να χτυπάει με το πόδι την πόρτα του κελιού. Βγήκε τέλος ο γέροντας.


-Να λοιπόν που άδικα σε κατηγορήσαμε, είπε. Σωστό δεν είναι πια να σε κρατούμε μακριά από τις συνήθειες σου και τους δικούς σου τόπους. Πήγαινε και να έρχεσαι μια φορά τη βδομάδα να παίρνεις ευλογία.


Το χάιδεψε, το ευλόγησε, εκείνο έσκυψε το κεφάλι κι έφυγε. Ερχόταν από τότε μια φορά τη βδομάδα. Πέρασαν χρόνια. Ο γέροντας Γεράσιμος άσπρισε. Ο μικρός καλόγερος μεγάλωσε στην πνευματική και τη σωματική ηλικία. Ο κόσμος ερχόταν να πάρει συμβουλή από το μεγάλο γέροντα. Μια νύχτα Δε σηκώθηκε από το ψαθί του για την ακολουθία.


-Τι έχεις γέροντα ρώτησε ο άλλος καλόγερος.


-Ήρθε η ώρα μου, παιδί μου. Προσευχήσου για μένα.


Έκανε το μεσονυχτικό ο καλόγερος, άρχισε τον Όρθρο και σαν έφτασε στη Δοξολογία, το πρόσωπο του γέροντα άστραψε και η ψυχή του έφυγε στον ουρανό. Ο καλόγερος τον εδιάβασε και τον έθαψε.


-Καλή αντάμωση γέροντα, είπε πριν τον σκεπάσει το χώμα.


Εκείνο ακριβώς το πρωί, ήρθε κι ο Λέων για την ευλογία του.


-Αχ λέων, μας άφησε ο γέροντας, του είπε και προχώρησε προς τον τάφο λέγοντας στο ζώο:


-Να εδώ, εδώ είναι.


Το λιοντάρι κοίταξε. Πήγε προς το κελί, οσμίστηκε την πόρτα. Πήγε στο λαχανόκηπο. Ήρθε μετά στον τάφο. Έσκυψε, οσμίστηκε πάλι κι άρχισε να βγάζει μικρά κλαψιάρικα μουγκρητά. Τέλος, σήκωσε το κεφάλι προς τα πάνω, μούγκρισε δυνατά και με το τέλος της κραυγής, άφησε και την πνοή και σωριάστηκε νεκρό στον τάφο.


Έτσι, στις 4 Μαρτίου, τέλειωσαν τη ζωή τους ο όσιος Γεράσιμος, «ο εν Ιορδάνη» και το υποταχτικό λιοντάρι του.

(Από το βιβλίο «Τα Παράθυρα του Χρόνου» της Άννας Μαρίνη, Εκδόσεις ΑΚΡΙΤΑΣ, Δ' Έκδοση , Οκτώβριος 1997)

Συγγραφέας:  ORION [ Παρ Φεβ 13, 2009 12:20 pm ]
Θέμα δημοσίευσης: 

Άνθρωποι και Φύση

Ο Γιάννος και η Μάρω

Ο Γιάννος και η Μάρω, τα δυο αστέρια που φαίνονται στον ουρανό, ήσαν αρραβωνιασμένοι κι εχάλασε ο γάμος. Ο κουμπάρος, όσοι έπαιζαν τα όργανα και το συμπεθεριό όλο, έγιναν άστρα. Ο Γιάννος και η Μάρω όμως ανταμώνουν μια φορά μόνο το χρόνο. Και τότε ή ο Γιάννος βγαίνει τη μέρα και η Μάρω τη νύχτα, ή το ανάποδο. Έτσι ζουν πάντα χωρισμένα και κυνηγούν το ένα το άλλο.

Πότε ανοίγουν τα ουράνια

Ξημερώνοντας της Αγίας παρασκευής και της Αγίας Σωτήρας, δύο φορές ανοίγουνε τα ουράνια. Κι όποιος καθίσει, τα βλέπει πως διαμιάς ανοίγουνε και κλειούνε. Κι αν ζητήσει ότι θέλει, ο Θεός του το δίνει και το βρίσκει το πρωί στο προσκέφαλό του. Μια φορά ένας κάθισε όλη τη νύχτα και παραμόνευε και όταν είδε κι ανοίξανε τα ουράνια, εζήτησε χίλια φλουριά. Αλλά μόνο «χίλια» επρόφτασε να ειπεί, και τα ουράνια κλείσανε. Και το πρωί εξημερώθει με πολύ μεγάλα χείλια!

Η νυχτερίδα

Η νυχτερίδα ήταν ποντίκι και μια φορά εμπήκε στην Εκκλησία κι έφαγε ένα Αντίδωρο κι έβγαλε φτερά!

Το συμπεθερικό

Είχαν έρθει μια φορά, πάνε χρόνια και χρόνια, συμπέθεροι από το Στένωμα να πάρουν μια νύφη από το Καρπενήσι. Η νύφη ήταν ορφανή, θυγατέρα μιας φτωχής χήρας, αλλά διεστραμμένη κι αχάριστη. Εβρέθησαν σύμφωνοι με το γαμπρό και ανάγκασαν τη δυστυχισμένη τη μάνα της να τους δώσει ότι είχε και δεν είχε, προικιά. Πήραν όλα τα πράματα του σπιτιού, τα χαλκώματα και τη γίδα ακόμη. Έγιναν τα στεφανώματα την Κυριακή του Θωμά και ξεκίνησε το συμπεθερικό όλο, για το χωριό του γαμπρού, μπροστά ο γαμπρός κι η νύφη, καβάλα σε μουλάρια στολισμένα με λουλούδια και χρωματιστές κορδέλες, έπειτα οι συμπεθέροι με τάξη κατά την ηλικία τους, πρώτοι οι γεροντότεροι, από πίσω οι μικρότεροι, και ύστερα τα μουλάρια με τα προικιά, τα στρώματα, τα πιάτα, τα ποτήρια. Εκεί στο δρόμο, προτού ν’ αρχίσει ο μεγάλος ανήφορος, η άπονη νύφη θυμήθη πως είχαν αφήσει στης μάνας της μια κλώσα με τα κλωσόπουλα. Έστειλε λοιπόν κοπέλι να την πάρει και να τη φέρει. Η χήρα η μάνα της, σαν είδε πως ήθελαν να της πάρουν ως και την κλώσα, δεν εκρατήθει: «Πάρ’ την κλώσα» λέει με θυμό «και πάγαινέ τους τη». Και από τα βάθη της ψυχής της τους καταράστηκε: «Θε μου» είπε, «πέτρες και λιθάρια να γίνουν όλοι». Και έπιασε η κατάρα της και εμαρμάρωσαν όλοι, και φαίνονται ακόμι στο Βελούχι, ως μιάμιση ώρα μακριά από το Καρπενήσι, στο μέρος που το λεν Συμπεθερικό. Εκεί δείχνουν οι βράχοι όλο το συμπεθερικό κατά σειρά, καθώς ανέβαινε τον ανήφορο, γι’ αυτό και οι τελευταίοι είναι μικρότεροι, επειδή από πίσω επήγαιναν οι νεότεροι συμπεθέροι και τα παιδιά.



Η βάβω

Στο δρόμο που πάει στα Γιάννινα, μισή ώρα μακριά από την Άρτα, κοντά στα τρία χωριά, Παναγιάς, Μοράτι και Σταρόκα, είναι μια θέση που λέγεται Βάβω. Εκεί είναι ένα σωρό λιθάρια που μοιάζουν με γιδοπρόβατα, και στη μέση ένα μεγάλο που φαίνεται σα γυναίκα με την καρδάρα στο κεφάλι και με τη ρόκα και τ' αδράχτι της. Αυτή η γριά έβοσκε τα πρόβατά της σ' εκείνη τη θέση και όλον τον χειμώνα τον επέρασε καλά, χωρίς να πάθει καμία ζημιά. Και όταν ετελείωνε ο Μάρτης, εχόρευε κι έλεγε: «Στη μπομπή σου γέρο-Μάρτη, τα' βγαλα τ 'αρνιά κατσίκια!». Ο Μάρτης δυσαρεστήθηκε, και τις τρείς ημέρες που είχε ακόμη έκαμε τόσο δυνατό κρύο, που κοκάλωσε τη γριά και τα πρόβατά της και τα έκαμε λιθάρια, όπως βρίσκονται σήμερα. Γι ' αυτό τις τρεις ύστερες ημέρες του Μάρτη τις λένε Βάβες, δηλαδή γριές.



Ο καλόγιαννος

Βασιλιάς των πουλιών είν' ο Καλογιάννος, γιατί μια φορά εζητούσαν τα πουλιά βασιλιά, και ο θεός τους είπε να γίνει εκείνος που θα πετάξει ψηλότερα. Τα πουλιά δεν ήθελαν, γιατί ήξεραν πως θα γίνει ο αετός, μόνον ο Καλογιάννος επέμενε. Παραδέχτηκαν λοιπόν τα πουλιά. Πετάει ο αετός, και άμα επέρασε όλα τα πουλιά στο ύψος και έφτασε ώς εκεί που δεν ημπορούσε να πετάξει πλέον ψηλότερα, εφώναξε: “Ποιος μπορεί να πετάξει ψηλότερα από μένα;” Ο Καλογιάννος, που είχε κρυφτεί στην ράχη του αϊτού, ανατηνάχτη ολίγο και εφώναξε: “Εγώ!” Και έτσι έγινε βασιλιάς.

Η δεκοχτούρα

Μια δασκάλισσα έστειλε μια φορά ένα κορίτσι από το σκολειό να της αγοράσει μετάξι πράσινο, κι εκείνο ξέχασε και της έφερε από άλλο χρώμα. Την έστειλε πάλι, και πάλι το ίδιο. Θύμωσε η δασκάλισσα, και περνάει τη θηλιά της κλωστής στο λαιμό του κοριτσιού. Το κορίτσι τότε παρακάλεσε το θεό να την κάμει πουλί, και την έκαμε δεκοχτούρα. Γι’ αυτό όλο κλαίει και έχει στο λαιμό της μαύρη κορδέλα αυτή είναι η θηλιά.

Ο γκιώνης

Ήσαν μια φορά δύο αδέρφια, τσοπάνηδες. Εκεί που διάβαιναν τα πρώτα από ένα μέρος, μια κίσσα από πίσω, εβέλαξε σαν πρόβατο. «Σύρε βρε Αντώνη» λέει ο ένας αδερφός του άλλου, «να φέρεις το πρόβατο που έμεινε πίσω». «όχι, δεν ήταν πρόβατο» λέει ο άλλος. «Όχι, πρόβατο ήτανε!». «Όχι, κίσσα!». Ήρθαν στα λόγια και τράβηξε ο ένας αδερφός το μαχαίρι και έσφαξε τον Αντώνη. Εγύρισε ύστερα να πάρει το αρνί και δεν ήβρε τίποτε, αλλά τότε πέταξε η κίσσα από το κλαρί και κατάλαβε εκείνος τι κακό έκαμε. Άρχισε λοιπόν να μοιρολογά τον αδερφό του και παρακάλεσε το Θεό να τον κάμει πουλί, να μοιρολογά πάντα. Ο Θεός τον άκουσε και από τότε φωνάζει όλο «Αντώνη! Αντώνη!».


Συγγραφέας:  ORION [ Παρ Φεβ 13, 2009 12:23 pm ]
Θέμα δημοσίευσης: 

Σημάδια και καλές τύχες

Όταν ουρλιάζει ο σκύλος ενός σπιτιού, σαν λύκος, τότε προμηνύονται πολλά κακά για το νοικοκύρη του.

Όταν σε ξύνει το δεξί το χέρι θα δώσεις χρήματα σε κάποιον.

Όταν σε ξύνει το αριστερό χέρι, θα πάρεις χρήματα από κάπου.

Όταν σε ξύνει η πατούσα του ποδιού, θα «κάνεις» δρόμο.

Όποιος έχει χωρισμένα τα μπροστινά του δόντια, θα είναι τυχερός στη ζωή του.

Όσες περισσότερες «ελιές» έχει κανείς στο σώμα του, τόσες περισσότερες θλίψεις θα περάσει στη ζωή του.

Όταν το αυτί σου βουίζει, τότε κάποιος μιλάει για σένα.

Όταν σε ξύνει η μύτη, κάποιος μιλάει για σένα.

Όταν σου τρέμει το αριστερό ματόκλαδο, θα πάθεις κάτι καλό.

Όταν σου τρέμει το δεξί ματόκλαδο, θα πάθεις κάτι κακό.

Όταν βρίσκεις ένα πέταλο, σημαίνει ότι θα ευτυχήσεις στη ζωή σου.

Όταν κάποιος έχει άσπρα σημάδια στα νύχια του, τότε θα αποκτήσει πολλά πρόβατα.

Το λάλημα του κούκου προμήνυε κάτι κακό.

Η συνάντηση με μια πέρδικα, είναι καλοτυχία.

Η συνάντηση με λαγό, σήμαινε κακοτυχία.

Όταν προχωράς και συναντάς ποντίκια στο δρόμο σου, τότε έχεις πολλούς εχθρούς.

Όταν περπατάς και σκοντάφτεις, τότε σε «ματιάξανε».

Όταν χασμουριέσαι σημαίνει ότι σε «ματιάξανε».

Όταν ο καπνός πάει ίσια στο σπίτι σου, τότε είσαι καλός άνθρωπος ή και το αντίθετο.

Όταν λαλεί ο πετεινός τη νύχτα, προμηνύει κάτι κακό για το σπίτι, του νοικοκύρη του, ενώ όταν λαλεί το πρωί, προμηνύει κάτι καλό.

Όταν ο χειμώνας περάσει με καλοκαιρία, τότε σημαίνει κακοτυχία για το έθνος.

Αν δεις όνειρο τα ξημερώματα της Κυριακής, αυτό αποτελεί σημάδι για κάποιο γεγονός και θα επαληθευτεί μέχρι το μεσημέρι. Το ίδιο ισχύει για τα όνειρα που μπορεί να δούμε Τετάρτη μεσημέρι.

Να τρως τις γωνίες από το ψωμί, να σ’ αγαπάει η πεθερά σου.

Ελιά στα απόκρυφα σημεία σημαίνει θερμό εραστή.

Για το μάντεμα του φύλου του παιδιού σπάνε και το κοκαλάκι από το ράχη του κοτόπουλου, το γιάντες.

Αν περάσει από την αυλή σου ένα χοντρό πεταλουδάκι (ταξιδιωταράκι ή μουσαφίρης ή μπούρμπουλας), σημαίνει ότι θα έρθουν επισκέψεις στο σπίτι.

Αν μεγάλο παιδάκι μπουσουλίσει (αρκουδίσει), σημαίνει ότι θα έρθουν επισκέψεις στο σπίτι.

Από την πίτα της κρεατινής οι κοπέλες παίρνουν μια «χαψιά» και την κρύβουν στο προσκέφαλο τους για να ονειρευτούν ποιόν θα πάρουν.

Τη νύχτα των αγίων Θεοδώρων τα κορίτσια ρίχνουν πίσω τους τα κόλλυβα για να ιδούν στον ύπνο τους ποιόν θα πάρουν ταίρι.

Τα κορίτσια μόλις πρωτοδούν το φεγγάρι της Λαμπρής λύνουν την καλτσοδέτα τους για να λυθεί και η τύχη τους και να παντρευτούνε.

Την παραμονή τ' Αγιαννιού του Ριγανά, τα κορίτσια μαζεύουν τα ριζικάρια. Ανήμερα στη γιορτή βγάνουν τα ριζικάρια και λένε από ένα στιχάκι για να πάει καλά η τύχη τους.

Το κορίτσι που αρραβωνιάζεται πρώτο τον καινούριο χρόνο, λύνει την καλτσοδέτα του για ν' αρραβωνιαστούν τον ίδιο χρόνο κι άλλα κορίτσια.

Το «δάρσιμο» (χτύπημα) του ματιού προμηνάει γράμμα ή επιταγή. Το ίδιο κι ο «αϋφαντάκος» (αράχνη) που ανεβαίνει στο σώμα μας.

Για να μαντέψουν αν μια γυναίκα έγκυος θα κάνει αγόρι ή κορίτσι ανοίγουν τον καρπό του δέντρου (δρυς η φυλλοβόλος) που λέγεται «κακατσίδα». Οταν στην κακατσίδα βρεθεί σκουλήκι, η γυναίκα θα κάνει αγόρι. Αν βρεθούνε μυγαδάκια θα κάνει κορίτσι.

Αν μια γυναίκα γεννήσει στο γέμισμα του φεγγαριού, το επόμενο παιδί θα είναι του ίδιου φύλου. Αν γεννήσει στο άδειασμα του φεγγαριού, θα είναι του αντίθετου από το πρώτο.

Την τρίτη μέρα από το νέο φεγγάρι, μόλις το δούμε το σούρουπο, πρέπει να πιάσουμε κάτι χρυσό, για καλή τύχη: «χαρά στα μάτια που είδανε τριών ημερών φεγγάρι».

Αν πέσει στο ποτήρι σου η τελευταία σταγόνα απ' το μπουκάλι ή την κανάτα με το κρασί, θα καλοπαντρευτείς.

Συγγραφέας:  Ιππολύτη [ Σάβ Ιουν 13, 2009 4:25 pm ]
Θέμα δημοσίευσης: 

Ο μύθος λέει ότι τα κοράκια ήταν κάποτε τα αγαπημένα πουλιά της θεάς Αθηνάς.
Ήταν λευκά, με μελωδική φωνή, παιχνιδιάρικα και πανέξυπνα.
Η Αθηνά ανέλαβε την ανατροφή του Εριχθόνιου (γιού της Γαίας και του Ηφαίστου και μετέπειτα βασιλιά της Αθήνας)
και κάποτε άφησε το βρέφος στην φύλαξη των κορακιών για να συμμετάσχει στην Τιτατανομαχία.
Εκείνα, τα κοράκια, ξεχάστηκαν με το παιχνίδι και επιστρέφοντας η θεά,
βρήκε τον μικρό προστατευόμενό της να κλαίει γοερά, πεινασμένος και λερωμένος.
Θύμωσε τόσο, που πήρε την μελωδία απ' την φωνή τους, τα έκανε μαύρα και τ' απόδιωξε,
προτιμώντας πλέον την πιο σοβαρή κουκουβάγια.

Τα κοράκια παρέμειναν τα εξυπνότερα του πτερωτού βασιλείου και μερικές φορές γεννιέται ανάμεσά τους κάποιο λευκό,
υπενθυμίζοντάς τους αιώνια το σφάλμα τους και την τιμωρία τους.



και...

και...

:roll: :roll:

Συγγραφέας:  Ιππολύτη [ Παρ Ιουν 26, 2009 11:19 pm ]
Θέμα δημοσίευσης: 

Ο άνθρωπος, το άλογο και το σκυλί του..

Συγγραφέας:  Dimitris S [ Σάβ Οκτ 31, 2009 11:19 pm ]
Θέμα δημοσίευσης:  Re: Παραμύθια του λαού

ΟΙ ΟΡΕΙΑΔΕΣ ΝΥΜΦΕΣ

Οι Ορειάδες νύμφες ήταν συντρόφισσες και ακόλουθοι της θεάς του κυνηγιού, της αργυρότοξης Άρτεμης. Οι Ορειάδες ήταν σεμνές, αυστηρές και μεγαλόπρεπες σαν τα αγέρωχα βουνά. Οπλισμένες με τόξο και φαρέτρα διάβαιναν τις ψηλές βουνοκορφές, τα βαθιά φαράγια και τις δασωμένες κοιλάδες, ενώ γύρω τους έτρεχαν τα κυνηγετικά σκυλιά και τα ιερά ελάφια με τα πολύκλωνα κέρατα και τα χάλκινα πόδια.
Η θεά Άρτεμη και οι Ορειάδες νύμφες αγαπούσαν τους κυνηγούς. Γι΄αυτό, όταν έβγαιναν για κυνήγι, τους πρόσεχαν, τους άνοιγαν δρόμο στι απάτητες βουνοκορφές και τους προστάτευαν από τις κακατοπιές κι απρόσμενους γκρεμούς. Οι Ορειάδες φρόντιζαν να τηρούν οι κυνηγοί τους ιερούς κι απαραβίαστους νόμους που είχε θεσπίσει η θεά Άρτεμη. Οι θεϊκοί αυτοί νόμοι τούς υποχρέωναν να μην κυνηγούν σε ιερό δάσος της θεάς, να αγαπούν και να φροντίζουν τα σκυλιά τους και να μη σκοτώσουν ποτέ νεογέννητο ζώο.
Οι κυνηγοί, πριν ξεκινήσουν για το κυνήγι, ορκίζονταν ότι θα τηρούν με σεβασμό τους θεϊκούς νόμους κι έκαναν θυσίες στη θεά. Ορκίζονταν να μην μπουν σε ιερό δάσος και να μη χτυπήσουν με τα βέλη τους νεαρό ζώο, για να διατηρηθεί το είδος. Αν παρέβαιναν αυτούς τους νόμους, οι Ορειάδες νύμφες τους τιμωρούσαν σκληρά, γιατί οι νύμφες ήταν προστάτισσες των κυνηγών, αλλά και τιμωροί τους. Αυτές κρατούσαν την ισορροπία της φύσης και προστάτευαν το περιβάλλον.

Σελίδα 1 από 1 Όλοι οι χρόνοι είναι UTC + 2 ώρες [ DST ]
Powered by phpBB © 2000, 2002, 2005, 2007 phpBB Group
http://www.phpbb.com/