Αλλαγή γραμματοσειράς

www.gpeppas.gr

Δημιουργία νέου θέματοςΓράψτε το σχόλιο σας Σελίδα 1 από 2   [ 19 Δημοσιεύσεις ]
Μετάβαση στην σελίδα 1, 2  Επόμενο
Συγγραφέας Μήνυμα
 Θέμα δημοσίευσης: Κυνηγετικές ιστορίες.
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε: Κυρ Φεβ 24, 2008 12:22 am 
Site Admin
Άβαταρ μέλους

Εγγραφή: Σάβ Μαρ 31, 2007 2:39 pm
Δημοσιεύσεις: 7238
Τοποθεσία: ΑΘΗΝΑ
Παράθεση:
Ο ΚΥΝΗΓΟΣ


Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένας μεγάλος πάμπλουτος γαιοκτήμονας με απέραντες εκτάσεις και χιλιάδες σκλάβους και ήθελε να παντρέψει την πεντάμορφη κόρη του. Ήθελε όμως ο γαμπρός του να είναι στον ίδιο βαθμό στα πλούτη και να είναι ο πιο γρήγορος καβαλάρης στον αγώνα που θα γινόταν μπροστά του στη μεγάλη αλάνα που είχε ετοιμάσει γι' αυτό το σκοπό δίπλα στο μεγάλο του κάστρο. Έκαμε αγγελία και σε μερικές μέρες έφτασαν από τα πέρατα του κόσμου μνηστήρες και ο πάμπλουτος πριν το αγώνισμα αποφάσισε να τους κάμει ένα τραπέζι με λιχουδιές από κυνήγι.
Ανάμεσα στους υπηρέτες ήταν και ένας σκλάβος, ο πιο καλός κυνηγός ο οποίος είχε πάρει το όνομα 'Κυνηγός'. Αυτόν έδωσε εντολή να πάει να φέρει το κυνήγι. Είπε και έγινε. Την άλλη μέρα πρωί πρωί έφυγε με ένα δίτροχο στο μέρος που γνώριζε πως υπήρχε πολύ κυνήγι. Για μια στιγμή, άρχισαν να αλυχτούν τα σκυλιά κυνηγώντας ένα μεγάλο ελάφι. Ο Κυνηγός πρόσεξε πως το ελάφι αντί να φεύγει τον πλησίαζε, τότε ο Κυνηγός έβγαλε από τη φαρέτρα ένα βέλος και τέντωσε το τόξο του έτοιμο να το αφήσει πάνω στο ελάφι, άκουσε όμως ανθρώπινη λαλιά από το ελάφι.
-Σε παρακαλώ Κυνηγέ μου μη με σκοτώνεις, λυπήσου με λυπήσου το μωρό μου σε παρακαλώ.
Ακούγοντας ανθρώπινη φωνή από την Λαφίνα ο Κυνηγός τα έχασε. Έπεσε το βέλος από τα χέρια του και δεν ήξερε τι να πιστέψει. Βλέποντας στο μέτωπο της Λαφίνας ένα γυαλιστερό αργυρό φως του φάνηκε πως έβλεπε όνειρο και μισοκλείνοντας τα μάτια του από την πολύ λάμψη, με τρεμάμενη φωνή είπε.
-Φύγε φύγε με το μικρό σου, δεν θα σε πειράξω.
-Σε ευχαριστώ καλέ μου Κυνηγέ σε ευχαριστώ, αναφώνησε η Λαφίνα και κάλεσε κοντά της το τρομαγμένο της Λαφάκι.
-Και εγώ μαμάκα ευχαριστώ τον Κυνηγό που δεν σε σκότωσε, τι θάκαμα εγώ μοναχό μου, τι θάκαμα;
Συγκινήθηκε ο Κυνηγός και ξεκίνησε να απομακρυνθεί από κοντά τους όταν άκουσε τη Λαφίνα να του λέει.
-Κυνηγέ για το καλό που μας έκαμες πέσμου σε παρακαλώ τι επιθυμία έχεις για να σε βοηθήσω να την απολαύσεις.
Ο Κυνηγός για μια στιγμή έμεινε συλλογισμένος, πίστευε και δεν πίστευε αυτά που άκουγε και είπε στη Λαφίνα.
-Επιθυμίες έχω πολλές, όνειρα πολλά, αλλά ένα είναι πιο τρανό, να απαλλαγώ από σκλάβος, τα άλλα μετά θα έρθουν σιγά σιγά. Από σκλάβος μπορώ να γλιτώσω;. Αλλά ο κακομοίρης φαίνεται πως αυτή είναι η μοίρα μου και δεν μπορεί να την αλλάξει κανένας.
Η Λαφίνα τον άκουσε με προσοχή και μετά του είπε.
-Μην μιλάς έτσι Κυνηγέ μου, εγώ θα σε βοηθήσω για να γλιτώσεις από τη σκλαβιά. Βλέπεις εγώ δεν είμαι σαν τ' άλλα τα λάφια έχω ανθρώπινη λαλιά, στο μέτωπο μου άστρο αργυρό που εκπέμπει φως το βράδυ σαν μικρά αστράκια. Αυτό δεν σου λέει τίποτα;
-Ναι αυτό το παρατήρησα αλλά αυτό τι σχέση έχει. Εσύ σαν Λαφίνα πως θα μπορούσες να με λευτερώσεις από τη σκλαβιά. Αφού τον εαυτό σου δεν είσαι σε θέση να υπερασπίσεις, να αν ήθελα τώρα θα σε σκότωνα.
-Ε καλά, καλά είπε η Λαφίνα. Αύριο πρωί, πρωί θα ανταμώσουμε στην πέτρα της αρκούδας πιστεύω να ξέρεις πού είναι, σαν εξαιρετικός Κυνηγός που είσαι και όλα τα άλλα άφησε τα σε μένα. Το αφεντικό σου μου φαίνεται πως ετοιμάζει για να διαλέξει γαμπρό, έτσι δεν είναι;
-Ασφαλώς, μα γι' αυτό με έστειλε, για να ετοιμάσω κυνήγι για τους μνηστήρες της κόρης του.
Μετά από αυτή τη συζήτηση η Λαφίνα με το Λαφάκι της χάθηκαν μέσα στο πυκνό δάσος, ο δε Κυνηγός συνέχισε το κυνήγι και αφού γέμισε το δίτροχο με λογιών λογιών λαγούς, πέρδικες, φασιανούς και άλλα θηράματα έφυγε για το παλάτι, με τη σκέψη το τι θα συμβεί με τη Λαφίνα. Όλη τη νύχτα σκεφτόταν πώς είναι δυνατόν ένα ελάφι να τον γλιτώσει από τη σκλαβιά, με αυτή τη σκέψη δεν μπόρεσε να κλείσει μάτι όλη νύχτα.
Την επόμενη μέρα μόλις πήρε να χαράζει ο Κυνηγός πήγε στην πέτρα της αρκούδας εκεί τον περίμενε η Λαφίνα χαρούμενη γιατί τήρησε το λόγο του.
-Άντε στη δουλειά, δεν έχουμε καιρό για χάσιμο, του είπε χαρωπά. Για δες αυτήν την πλάκα τη στενόμακρη, αναποδογύρισε την και θα βρεις τρία μεγάλα φίδια, αλλά μη φοβηθείς, δε θα σε πειράξουν.
Το παλικάρι δίστασε λίγο σαν άκουσε για φίδια αλλά με την παρότρυνση της Λαφίνας άρπαξε την πλάκα και την αναποδογύρισε και πράγματι φάνηκαν τρία κουλουριασμένα φίδια, που σήκωναν απειλητικά τα κεφάλια τους, ο Κυνηγός φοβήθηκε και αποτραβήχτηκε.
-Μη φοβάσαι, φώναξε η Λαφίνα, μη φοβάσαι πιάσε πρώτα το φίδι με το κοκκινωπό κεφάλι.
-Πώς να το πιάσω απάντησε το παλικάρι. Δε βλέπεις πόσο αγριεμένα έβγαλε τα γλωσσίδια του, έτοιμο να με ρίχτει;.
-Μη γίνεσαι παιδί, πιάστω από την ουρά, παρότρυνε η Λαφίνα και θα δεις.
Ο Κυνηγός μάζεψε σαν καρύδι την καρδιά του, του φάνηκε πως τον πλάκωσε κρύος ιδρώτας, αλλά και από ντροπή μπροστά στη Λαφίνα και το Λαφάκι, άρπαξε το φίδι από την ουρά και για μιας το φίδι μεταμορφώθηκε σε ένα θαυμάσιο καμιτσίκι.
-Είδες τον ενθάρρυνε η Λαφίνα, τώρα χτύπα με το καμιτσίκι τρεις φορές την πλάκα, δυνατά όμως όσο μπορείς δυνατά.
Το παλικάρι δεν άργησε το πρόσταγμα και καμιτσίκιασε τρεις φορές την πλάκα. Και τι να δεις και να μη το πιστεύεις. Η στενόμακρη πλάκα για μιας έγινε ένα κατάμαυρο βαρβάτο άλογο και άρχισε να χλιμιντρά και να σκάβει με τα μπροστινά του πόδια σαν να ζητούσε να το καβαλήσει και να καλπάσει.
-Ε τι μαρμαρώθηκες του είπε γελώντας η Λαφίνα. Έλα τώρα πάρε το φίδι με το κατάμαυρο κεφάλι, χωρίς φόβο, έλα μη καθυστερείς. Ο Κυνηγός μια και δυο άρπαξε και το δεύτερο φίδι από το λαιμό. Εκείνο κουλουριάστηκε στο μπράτσο του και σιγά, σιγά έγινε γκέμια και σέλα με χρυσοκούμπια και λογιών λογιών μπιχλιμπίδια και ασημένιους χαλκάδες και χάντρες, όλα λαμποκοπούσαν
-Ε, τώρα Κυνηγέ μου να δούμε ποιος θα σε διαβεί με τέτοιο άλογο, του είπε με χαρά η Λαφίνα.
-Ναι αλλά Λαφίνα μου, πώς θα καβαλήσω ένα τέτοιο άλογο μ' αυτά τα παρτάλια που φοράω; -Μην ανησυχείς, του είπε η Λαφίνα. Έχω έγνοια και για την ειδική φορεσιά του καβαλάρη.
-Πιάσε τώρα το φίδι με το πράσινο κεφάλι από το λαιμό. Και σε λίγο έγινε στα χέρια του ένα πανέμορφο κοστούμι που άλλο τέτοιο στον κόσμο δεν υπήρχε. Στα γρήγορα πέταξε τα παλιόρουχά του και ντύθηκε με το φιδωτό, όπως το ονόμασε, καβάλησε το Μαύρο του και αφού ευχαρίστησε τη Λαφίνα για τη καλοσύνη της έφυγε καλπάζοντας λες και δεν πατούσε το άλογο στη γη.
'Όταν έφτασε στον τόπο που θα γίνονταν ο αγώνας, ο Κυνηγός έσκυψε λίγο και ψιθύρισε στο αυτί τον Μαύρο του.
-Αργήσαμε, έχουν κάνει τον πρώτο γύρο. Να πάμε στο τρέξιμο θα γίνουμε ρεζίλι θα μας γελάνε.
-Να μας γελάσουν αφεντικό είπες, του απάντησε ο Μαύρος. Χτύπαμε ελαφρά τρεις φορές στα καπούλια μου με το καμιτσίκι, Το παλικάρι άκουσε με προσοχή τον Μαύρο του και στα γρήγορα έκαμε ό,τι του είπε και μπήκαν στο Ιπποδρόμιο. Οι παρευρισκόμενοι σαν είδαν τον καβαλάρη που έμπαινε, ενώ οι άλλοι είχαν κάμει δύο γύρους, έβαλαν τα γέλια.
-Βλέπεις, βλέπεις πως μας γελούν, ψιθύρισε ο Κυνηγός στο μαύρο του.
-Πιάσου καλά μην πέσεις και άστους να γελάνε. Και πήρε φόρα λες και πετούσε, τρέχοντας κατόπι στους άλλους και σε λίγο τους πέρασε. Αφρισμένο το στόμα του ρώτησε το παλικάρι, πέσμου μόνον πόσους γύρους πρέπει να κάμω και να πιάνεσαι από τη χαίτη μου για να μη πέσεις, τότε θα είναι που πραγματικά θα μας γελάνε.
Μόλις πρόφτασε το παλικάρι ν' απαντήσει πόσες φορές θα έπρεπε να κάμουν το γύρο και ο υπέροχος Μαύρος, περνούσε σαν αστραπή μπροστά από το πλήθος και όταν οι υπόλοιποι καβαλαρέοι βρίσκονταν στη μέση της διαδρομής ο Κυνηγός με το Μαύρο του έκλεινε τους δέκα γύρους και ακούστηκε το καμπανάκι της νίκης. Όλοι οι παρευρισκόμενοι έμειναν κατάπληκτοι για το τι έβλεπαν. Το παλικάρι κλήθηκε στην εξέδρα των επισήμων που αποφάνθηκε νικητής. Φτάνοντας στους επισήμους ο Μαύρος σηκώθηκε στα πισινά του πόδια και κουνώντας το κεφάλι του χαιρέτησε τους επισήμους, μετά γύρισε και χαιρέτησε και το πλήθος. Χαλούσε ο κόσμος από τα χειροκροτήματα.
Μετά ο Κυνηγός κατέβηκε από τον Μαύρο του όπως ήταν το συνήθειο πλησίασε την κοπέλα και την έπιασε από το χέρι και πήγαν μπροστά στους γονείς της για να πάρουν την ευχή τους. Όταν τους σταυροφίλησαν οι γονείς της, ακούστηκαν ευχές από το πλήθος.
-Να πολυχρονίσουν και να πολυτεκνίσουν. Στη συνέχεια έγινε μεγαλοπρεπής γάμος που κράτησε μια βδομάδα.
Μετά το γάμο ο Κυνηγός πήγε γεμάτος χαρά στο δάσος για να ευχαριστήσει τη Λαφίνα για τη βοήθεια που του έδωσε για να γλιτώσει από σκλάβος. Μόλις αντάμωσαν η Λαφίνα από μακριά γεμάτη χαρά του αναφώνησε.
-Α Κυνηγέ μου, χάρηκα που όλα πήγαν καλά, πολύ χάρηκα.
-Σ' ευχαριστώ καλή μου Λαφίνα, σ' ευχαριστώ, ήρθα να σου παραδώσω το Μαύρο που ήταν υπέροχος, τον θαύμασαν όλοι για τη σβελτάδα του.
-Και γιατί θέλεις να τον παραδώσεις τον Μαύρο, δεν τον έχεις ανάγκη;
-Ανάγκη, τι ανάγκη να τον έχω, ο πεθερός μου έχει ολόκληρο κοπάδι άλογα, φυσικά κανένα δεν είναι σαν τον μαύρο, αλλά εκείνο που επιθυμούσα έγινε.
-Όπως θέλεις του είπε κάπως σκεπτική η Λαφίνα, τουλάχιστο κράτα το καμουτσίκι.
-Μπα τι θα μου χρειαστεί; Ο πεθερός μου έχει λογιών λογιών καμτσίκια μικρά, μεγάλα, φτάνουν για τα άλογα και για τους ανθρώπους και μετά να σου πω την αλήθεια, χόρτασα από τις καμτσικιές σαν σκλάβος που ήμουν. Το κορμί μου είναι αυλακωμένο από τις καμτσικιές. Γι' αυτό σε ευχαριστώ, ας πάνε όλα κάτω από την πλάκα.
-Εντάξει είπε η Λαφίνα αφού έτσι θέλεις. Και για μιας έγιναν όλα όπως πρώτα. Έτσι ο Κυνηγός έφυγε κοντά από τη Λαφίνα και το Λαφάκι της ευχαριστημένος και πήγε στο παλάτι που τον περίμενε η πεντάμορφη γυναίκα του.
Πέρασε αρκετός καιρός και ο σκλάβος ζούσε μια ευτυχισμένη ζωή που ούτε την είχε ονειρευτεί. Μια μέρα όμως ο πεθερός του ζήτησε από τον επιστάτη να του ετοιμάσουν σαράντα φασιανούς για τα γενέθλια του. Ποιος άλλος από τον Κυνηγό θα μπορούσε να κάμει τέτοια δουλειά; Έψαξαν να τον βρουν μα δεν βρέθηκε. Ανάμεσα στους σκλάβους γίνονταν ψίθυρος πως ο Κυνηγός χάθηκε κάπως περίεργα. Αφού δεν τον βρήκαν κάλεσαν στο παλάτι τη Μάγισσα, για να τους πει πού βρίσκεται αν είναι σε ζωή ο Κυνηγός. Η Μάγισσα αφού έριξε τα κουκιά, για μιας πετάχτηκε από το κάθισμα και αναφώνησε.
-Ο Κυνηγός, ο Κυνηγός είναι εδώ μέσα στο παλάτι. Ναι ναι, να τον βλέπω εδώ είναι.
Επειδή ο επιστάτης κάπως αμφέβαλε πρόσταξε τη μάγισσα να ξανανακατέψει τα κουκιά και εκεί που τα ανακάτευε άρχισε να αναφωνεί...
-Οχο, οχο, να βλέπεις και να μην πιστεύεις, ο Κυνηγός, ο σκλάβος του άρχοντα είναι εδώ στο παλάτι πω, πω, είναι και γαμπρός του και γελούσε και φαίνονταν τα σπασμένα της δόντια.
Ο επιστάτης έφυγε αμέσως παρουσιάστηκε στο αφεντικό του και τον πληροφόρησε, πως βρήκε τον Κυνηγό.
-Γιατί τόση λαχτάρα, τον αποπήρε ο άρχοντας του, τον βρήκες, εντάξει στείλτον τότε στο κυνήγι.
-Άρχοντα μου το κακό που μας βρήκε. Ο γαμπρός, ναι ο γαμπρός σου είναι ο σκλάβος ο Κυνηγός. Ναι άρχοντα μου ο γαμπρός σου είναι ο Κυνηγός.
-Μπα τι λες ξεμωραμένε. Για φώναξε το γαμπρό μου για να δω τι είναι αυτά που μας σκάρωσε η Μάγισσα για να δούμε. Δεν πέρασε πολύ ώρα και ο Κυνηγός (γαμπρός του άρχοντα) παρουσιάστηκε μπροστά στον πεθερό του και τον χαιρέτησε θερμά όπως συνηθίζονταν.
-Με ζητήσατε πατέρα; Ρώτησε περίεργα ο Κυνηγός.
-Ναι βέβαια σε ζήτησα γαμπρέ μου και κάπως συγχυσμένος με μια παράξενη φωνή, τον ρώτησε.
-Πώς έγινες γαμπρός μου, μπορείς να μου πεις, μήπως με πανουργίες; Η Μάγισσα μας είπε πως δεν είσαι από αρχοντική οικογένεια, αντίθετα είσαι από γέννα σκλάβων, είσαι ο σκλάβος μου ο καλύτερος Κυνηγός μου, αλλά σκλάβος.
Ο Κυνηγός δεν είχε περιθώρια για να ξεφύγει, αλλά ούτε και το ήθελε. Παραδέχτηκε με θάρρος και είπε στον πεθερό του ποιος είναι. Ο άρχοντας έγινε πυρ και μανία. Εκείνο όμως που τον ενδιέφερε περισσότερο, ήταν το υπέροχο άλογο που του έδωσε τη νίκη και τους ξεγέλασε.
-Δεν θα μάθετε ποτέ, μα ποτέ πού βρήκα το μαύρο γοργοπόδαρο άλογο, όχι δεν θα το μάθετε ποτέ απάντησε με αποφασιστικότητα ο Κυνηγός και αυτό για να μη βάλει σε μπελάδες τη Λαφίνα.
-θα μου πληρώσεις ακριβά αυτήν την παλικαριά σου, που με ρεζίλεψες, θα πληρώσεις ακριβά.
Έδωσε εντολή να τον δέσουν στη μεγάλη βελανιδιά που ήταν έξω από το κάστρο και να τον αφήσουν χωρίς νερό και τροφή μέχρι να μαρτυρήσει που βρίσκεται το γοργοπόδαρο άλογο.
Σε λίγο η φρουρά πήγε και τον έδεσε στη βελανιδιά που ήταν καλά διαλεγμένη. Στον κούφιο κορμό της φώλιαζαν αμέτρητα κοκκινωπά μυρμήγκια, τα οποία πριν ακόμα καλά καλά τον δέσουν του ρίχτηκαν και γέμισε το κορμί του, τον τσιμπούσαν ανυπόφορα. Μεγάλο κακό τον βρήκε και εκεί που το κακό είχε φτάσει στο απροχώρητο μίλησαν ανθρώπινα πουλάκια.
-Κυνηγέ μου κακομοίρη τον ρώτησε ένα μικρό πουλάκι τι συμβαίνει, τι κακό σε βρήκε, γιατί σε δέσανε σ' αυτό το καταραμένο δέντρο;
-Τι περίεργο βλέπεις καλό μου πουλάκι, σκλάβος είμαι. Δεν είμαι όπως εσείς τα πουλιά που πετάτε λεύτερα όπου θέλετε, αυτή είναι η μοίρα μου τι να κάνω.
-Μα πώς είναι δυνατόν εσύ ένας τόσο καλός άνθρωπος να σε τιμωρούν τόσο σκληρά, είναι δυνατόν;
-Και πού ξέρεις πουλάκι μου πως εγώ είμαι καλός άνθρωπος;
Ρώτησε ο Κυνηγός.
-Πώς είπες, μα δεν με γνώρισες, για κοίτα με, πριν δύο χρόνια όταν με γλίτωσες από το γεράκι, που μου είχε σπάσει το δεξί μου φτερό κι εσύ με γιάτρεψες και έγινα καλά. Να ακόμα φαίνονται τα σημάδια. Ύστερα με ρωτάς που ξέρω πως είσαι καλός άνθρωπος; Ο Κυνηγός κοίταξε προσεκτικά το πουλάκι.
-Α ναι θυμάμαι μια τέτοια περίπτωση. Ώστε εσύ ήσουν.. ωχ κι αυτά τα καταραμένα μυρμήγκια αμάν με έχουν καταφάει.
-Α, αναφώνησε το πουλάκι. Για δες. Α, ώστε έτσι, βρήκατε δεμένο τον άνθρωπο και τον κατατρώτε. Τώρα θα δείτε και έβαλε τα τσιτσιρίσματα, ήταν το κάλεσμα κινδύνου και σε λίγο γύρω του έφτασαν εκατοντάδες πουλάκια και μόλις μάθανε για ποιο λόγο τα κάλεσε η αδερφούλα τους, ρίχτηκαν πάνω στα κοκκινωπά μυρμήγκια και μια και δυο τα καθάρισαν από το κορμί του κυνηγού. Ο Κυνηγός ευχαρίστησε τα πουλάκια για το καλό που του κάνανε. Εκείνα όμως δεν λέγανε να φύγουν από κοντά του και κάτι συζητούσαν αναμεταξύ τους. Ένα μικρό πολύχρωμο μικρό σαν καρύδι πέταξε από το ένα κλωναράκι στο άλλο και με την τραγουδιστή του φωνούλα είπε προς τα άλλα πουλάκια.
-Από τα μυρμήγκια τον γλιτώσαμε και αν έρθουν άλλα εδώ είμαστε, αλλά ο άνθρωπος θα πεθάνει από την πείνα και τη δίψα, κρίμα δεν είναι; Τι να κάνουμε, τι να κάνουμε, να τον λύσουμε δεν μπορούμε, απάντησαν όλα μαζί ανήσυχα, πετώντας από κλωνάρι σε κλωνάρι και συλλογίζονταν να βρουν κάποια λύση. Όταν ένα κιτρινωπό πουλάκι μια σταλίτσα είπε.
-Έχω μια ιδέα. Εγώ είμαι πιο μικρή στο μπόι, αλλά πιο γερόντισσα, θα σας πω πως μπορούμε να γλιτώσουμε αυτόν τον καλό άνθρωπο. Εγώ λέω να καλέσουμε τα ποντίκια με τα κοφτερά τους δόντια θα κόψουν τα χοντρά σχοινιά και θα γλίτωσει ο Κυνηγός.
Η ιδέα ήταν θαυμάσια και τα πουλιά αμέσως πέταξαν καθένα στα μέρη του, όπου ζητούσαν και ποντίκια.
Σε λίγο έφτασαν στρατιές από ποντίκια, σκαρφάλωσαν στη βελανιδιά και στα γρήγορα άρχισαν να κομματιάζουν τα σχοινιά. Εκείνη την ώρα που τα ποντίκια κάνανε το θαύμα τους, δύο Λαφάκια παιχνιδιάρικα πλησίασαν τη βελανιδιά και παρακολουθούσαν το τι γίνονταν με τα ποντίκια το ένα έβαλε τις φωνές.
-Μαμάκα, μαμάκα, έλα μαμάκα να δεις τον Κυνηγό, τον έχουν δεμένο. Έλα μαμάκα γρήγορα. Η Λαφίνα στα γρήγορα έφτασε κοντά στα Λαφάκια. Σαν είδε δεμένο τον Κυνηγό κούνησε πικραμένη το κεφάλι της, για το κακό, που βρήκε τον καλό της Κυνηγό.
Όταν τα ποντίκια τον λευτέρωσαν τον πλησίασε η Λαφίνα και τον ρώτησε. -Τι συμβαίνει Κυνηγέ μου και βρέθηκες στο μαρτύριο της βελανιδιάς;
Ο Κυνηγός εξιστόρησε πώς έγιναν τα πράγματα και με βαθύ πόνο είπε πως τον δέσανε στη βελανιδιά για να μαρτυρήσει που βρήκε το γοργοπόδαρο άλογο. Δεν τους είπα, που και πως το βρήκα γιατί θα έβρισκες το μπελά σου από τον αχόρταγο άρχοντα, θα ψάχνανε να σε βρούνε και δεν θα τους πω, προτιμώ να με σκοτώσουν παρά να πάθεις κάτι κακό εσύ Λαφίνα μου.
Η Λαφίνα ακούγοντας τα λόγια του κυνηγού έμεινε κατάπληκτη.
-Ώστε για μένα έφτασες στο σημείο αυτό να πεθάνεις δεμένος. Είσαι υπέροχος, ώστε θυσιάζεσαι για άλλον.
-Εγώ έτσι έμαθα από τους γονείς μου. Καλύτερα να υποφέρω εγώ, αντί να υποφέρουν άλλοι εξαιτίας μου.
-Μακάρι να ήταν όλοι οι άνθρωποι σαν και σένα. Βλέπεις τι γίνεται γύρω σου πόσα σκόρπια ανθρώπινα κόκαλα, πόσοι έχουν πεθάνει σ αυτή τη μαρτυρική βελανιδιά. Η αγριότητα του αφεντικού σου ξεπέρασε και τα πιο άγρια θηρία.
Ο Κυνηγός ένιωθε ντροπή γι' αυτά που άκουγε από τη Λαφίνα, μα δεν είχε τι να πει, την αγριότητα την ένιωθε στο πετσί του από μικρός, από τότε που τον άρπαξαν από τους γονείς του και τον πούλησαν στο σκλαβοπάζαρο, στο αφεντικό που τον είχε δέσει στη βελανιδιά.
-Έχεις δίκιο Λαφίνα μου, τι να κάνουμε αυτή είναι η μοίρα μου. Μαύρα δάκρυα κύλησαν από τα μάτια του και παρακλητικά σαν να έλεγε τη Λαφίνα να τον γλιτώσει απ' αυτήν την κακιά του μοίρα.
-Μπα, μπα Κυνηγέ μου, σε πήρε η απογοήτευση; Εγώ τι είμαι εδώ. Δεν θα σε αφήσω να σε θανατώσει ο κακούργος, όχι μαζί θα τον τιμωρήσουμε για να γλιτώσεις εσύ και άλλοι σκλάβοι. Έλα τώρα να πιεις λίγο γαλατάκι για να συνέλθεις λιγουλάκι και μετά βλέπουμε.
-Α, όχι, όχι Λαφίνα μου, είπε πεισματικά ο Κυνηγός, πως θα πιω εγώ το γάλα σου που είναι για το χαριτωμένο σου Λαφάκι, ούτε σκέψη να γίνεται, όχι, όχι.
-Α, πως δεν γίνεται, πήρε το λόγο το Λαφάκι. Εγώ το πρωί ήπια το γαλατάκι μου και τώρα άρχισα να τρώω και χορταράκια και κλαδάκια γι' αυτό έλα έλα, φάε λίγο γαλατάκι. Έλα σε παρακαλώ.
Ύστερα από την παράκληση και του μικρού λαφιού ήπιε λίγο γάλα και όπως ήταν νηστικός ένιωσε να στριφογυρνά στο σώμα του κάτι περίεργο, του φάνηκε πως διπλασιάστηκε η δύναμη του σαν να ξαναγεννήθηκε.
-Τώρα, του λέει η Λαφίνα, πάμε στην πέτρα της αρκούδας και θα δούμε μετά τι θα κάνουμε. Μόλις έφτασαν η Λαφίνα του έδωσε και πάλι το γοργοπόδαρο μαύρο άλογο και το καμτσίκι και του είπε.
-Τράβα λοιπόν και μην ξεχνάς να κρατάς καλά το καμτσίκι, όταν βρίσκεσαι σε κίνδυνο να χαϊδεύεις την φούντα του και μετά μην φοβάσαι.
Δεν πρόλαβε καλά καλά να ευχαριστήσει τη Λαφίνα και το βαρβάτο γοργοπόδαρο άλογο πήρε δρόμο, φτάνοντας στην καστρόπορτα τον προϋπάντησε ο επιστάτης που κατά τύχη έβγαινε έξω από το κάστρο και μόλις είδε τον Κυνηγό χάρηκε.
-Ώστε το φέρνεις το άλογο, και τον πρόσταξε να κατέβει.
Ο Κυνηγός έμεινε ατάραχος και με θάρρος του είπε.
-Έλα κοπρόσκυλο να με κατεβάσεις.
Στον επιστάτη, κακοφάνηκε η συμπεριφορά του κυνηγού, άρπαξε τα χαλινάρια του Μαύρου και προσπάθησε να γκρεμίσει τον Κυνηγό, μα επειδή δεν μπορούσε μόνος του κάλεσε και φρουρούς να τον βοηθήσουν. Βλέποντας τον κίνδυνο ο Κυνηγός, του ήρθε στο νου το τι του είπε η Λαφίνα για το καμτσίκι, το χάιδεψε λιγάκι και στο χέρι του εμφανίστηκε ένα μεγάλο φίδι με ξανθό κεφάλι και άρχισε να χτυπάει με την ουρά του και να τους ρίχνει κάτω, τρόμαξαν όλοι και το έβαλαν στα πόδια, το φίδι πρόλαβε τον επιστάτη και κουλουριάστηκε στο λαιμό του, ο επιστάτης έκλαιγε και παρακαλούσε τον Κυνηγό να τον γλιτώσει. Εκεί που σκεφτόταν ο Κυνηγός, τι θα απογίνει ο επιστάτης, ακούστηκαν φωνές από τούς παρευρισκόμενους σκλάβους.
-Σφίξτον, σφίξτον ακόμα, έτσι να πληρώσει τα αμαρτήματα του. Και το φίδι αφού το άφησε ο Κυνηγός έκαμε τη δουλειά του. Αποτέλειωσε το μεγαλύτερο κοπρόσκυλο τού Άρχοντα.
Ξέσπασαν κραυγές χαράς από το πλήθος σαν είδαν τον Κυνηγό να τιμωρεί τον επιστάτη και τους φρουρούς, του άπονου και κακούργου αφεντικού τους.
-Να μας ζήσει ο Κυνηγός, να μας ζήσει. Ο Κυνηγός ένιωσε ένα ρίγος από χαρά γιατί το πλήθος τον ζητωκραύγαζε και με θαρρετή φωνή τους φώναξε.
-Άντε εμπρός, βάλτε χέρι τον κακό άρχοντα που σας μεταχειρίστηκε πιο βάρβαρα και από τα ζώα του. Το πλήθος δεν περίμενε. Μπήκε μέσα στο παλάτι και έπιασε τον πάμπλουτο άρχοντα και ολόκληρη την οικογένεια του και τους έβγαλαν έξω από το παλάτι.
Ο Κυνηγός αφού ανέβηκε στο ψηλότερο σκαλοπάτι, είπε στο πλήθος.
-Καλοί μου άνθρωποι, τι τιμωρία να δώσουμε σ’ αυτό το θηρίο;
-Στη βαλανιδιά, στη βαλανιδιά, ακούστηκαν οι φωνές του πλήθους.
-Πολύ καλά, απάντησε ο Κυνηγός. Να δεθεί στη βελανιδιά εκεί που δεκάδες σκλάβοι πέθαναν δεμένοι, εκείνα πληρώσει τις αμαρτίες του. Και αμέσως τον πήραν μερικά παλικάρια και τον πήγαν στη βελανιδιά.
Το πλήθος φώναζε.
-Να τιμωρηθεί όλη η οικογένεια του.
-'Όχι, όχι εγώ θα έλεγα την πεθερά μου και την γυναίκα μου, που και οι δυο με απαρνήθηκαν όταν έμαθαν ότι είμαι σκλάβος, επειδή σαν άτομα δεν έβαψαν τα χέρια τους με αίμα να τους διώξουμε να πάνε να ζήσουν με τη δουλειά τους και όχι όπως τώρα απ τη δουλειά μας, σε ξένα μέρη.
Όλοι συμφώνησαν με τη γνώμη του κυνηγού.
-Και τώρα, φώναξε ο Κυνηγός, στα υπόγεια, να λευτερώσουμε τους κλεισμένους αδερφούς μας.
Όρμησαν όλοι και αφού έσπασαν τις χοντρές πόρτες, τους λευτέρωσαν από τις αλυσίδες που τους είχαν δε μένους. Στο βάθος σε μια γωνία ήταν και μια κοπέλα γειτονοπούλα του Κυνηγό, αφού έλυσε τις αλυσίδες τη ρώτησε για ποια αιτία την έριξε ο άρχοντας στη φυλακή. Κοφτά η κοπέλα απάντησε, γιατί δεν δέχτηκε να πλαγιάσει μαζί του, γι' αυτό.
-Το τέρας, ώστε γι' αυτό, είπε με αγανάκτηση ο Κυνηγός και βγήκε έξω.
Ο κόσμος τον ζητωκραύγαζε.
-Να ζήσε ι το αφεντικό μας.
Ο Κυνηγός παραξενεύτηκε και για μια στιγμή σήκωσε τα χέρια και θυμωμένα φώναξε.
-Δεν χορτάσατε από αφέντες; Για σταματήστε.
Μια φωνή από το πλήθος έφτασε στα αυτιά του κυνηγού.
-Εμείς εσένα, θέλουμε για αφεντικό μας, άρχοντας είσαι δικός μας και μετά κάποιος πρέπει να είναι αρχηγός και σε μας, ως και οι μέλισσες έχουν βασίλισσα.
-Αρχηγό ναι, είπε ο Κυνηγός όχι όμως άρχοντα που να πίνει το αίμα, εγώ όμως δεν κάμω για αρχηγός. Το μυαλό μου δεν ωρίμασε ακόμα για τέτοια δουλειά. Γι' αυτό θα έλεγα τώρα που ξεκάναμε το τέρας καλά θα είναι να αρχηγέψουν άνθρωποι, που τα μυαλά τους έχουν ωριμάσει και τέτοια μυαλά έχουν οι ασπρομάλληδες.
Το πλήθος την γνώμη του Κυνηγού την θεώρησε μυαλωμένη. Ένα όμως γεροντάκι βγήκε μπροστά στο Κυνηγό και με βραχνή φωνή είπε.
-Παλικάρι μου σωστά τα λόγια σου αλλά τι θα κάμουν οι ασπρομάλληδες σε τούτα τα θηρία μπροστά, που ακόμα έχουν τα καμτσίκια και τα ρόπαλα στα χέρια τους.
-Α, αναφώνησε ο Κυνηγός, αυτούς αφήστε τους σε μένα και χάιδεψε τη φούντα του καμτσικιού και τους ξετόπισε από την αυλή του κάστρου.
Αφού έβαλε μια τάξη χαιρέτησε το πλήθος και πήρε δρόμο για το καλύβι του, τον ακολούθησε και η γειτονοπούλα του.
-Για που πας, τη ρώτησε ο Κυνηγός, η κοπέλα ντροπαλά του είπε.
-θέλω να έρθω μαζί σου, εγώ στη φυλακή για σένα κάθισα.
-Και γιατί τόσον καιρό, πως δεν μου..
­Ντρεπόμουν να σου πω πως σε αγαπώ.
-Ναι, ναι το ίδιο και γω και αγκαλιάστηκαν και πιασμένοι από τα χέρια πήγαν στο καλύβι τους. Το βραδάκι άναψαν μπρος στο καλύβι τους φωτιά και έπλαθαν τα όνειρα τους, όταν από μακριά είδαν να τους πλησιάζουν δύο φωτεινά αστράκια, ήταν η Λαφίνα με το Λαφάκι της. Μεγάλη χαρά, η Λαφίνα τους ευχήθηκε να πολυχρονίσουν και να πολυτεκνίσουν και φεύγοντας η Λαφίνα είπε στον Κυνηγό.
-Κυνηγέ μου φεύγω και ξανά δε θα ιδωθούμε. Ήθελα ένα λόγο τελευταίο να σου πω. Να φυλάγεις σαν την κόρη των ματιών σου το καμτσίκι. Όταν κοιμάσαι να το χεις κάτω από το μαξιλάρι σου. Αν θέλεις να ζήσεις ελεύθερος, όπως αυτός ήταν ο πόθος σου, μαζί και οι άνθρωποι σου που γλίτωσαν από τη σκλαβιά.
Ο Κυνηγός την ευχαρίστησε για την συμβουλή της και η Λαφίνα με το Λαφάκι της χάθηκε μέσα στο σκοτάδι.
Ο Κυνηγός έζησε με την γυναίκα του ευτυχισμένα και έκαναν παιδιά που δε γνώρισαν την ζωή των σκλάβων.


Κορυφή
 Προφίλ  
 
 Θέμα δημοσίευσης:
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε: Κυρ Φεβ 24, 2008 10:00 am 
Άβαταρ μέλους

Εγγραφή: Κυρ Ιουν 17, 2007 9:39 pm
Δημοσιεύσεις: 260
Καλό πόστ θα ανεβάσω και εγώ ιστορίες

_________________
Πόλεμο στις μπεκάτσες σώστε τα σκουλήκια !
Στέτζος Ε


Κορυφή
 Προφίλ  
 
 Θέμα δημοσίευσης:
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε: Παρ Φεβ 29, 2008 11:47 pm 
Άβαταρ μέλους

Εγγραφή: Τετ Απρ 18, 2007 1:55 pm
Δημοσιεύσεις: 787
Τοποθεσία: Αθήνα
Παράθεση:
ΠΛΙΑΤΣΙΚΟ - ΓΚΕΟΡΓΚΙ ΓΚΡΟΖΝΤΕΒ

Η λέξη «πλιάτσικο» έχει αιώνια χρήση και βαθιές ρίζες. Το νόημα της είναι το ίδιο σε όλους τους βαλκανικούς λαούς. Και κατά κάποιον τρόπο τους φέρνει πιο κοντά.
«Πλιάτσικο» σημαίνει:
- «χτύπημα», «πληγή», «απώλεια»,
- αρπαγή ή απαγωγή σε καιρό πολέμου,
- κάτι που αποκτάμε με κλοπή,
- ζώο που το έχει επιτεθεί άνθρωπος
- ζώο που το κυνηγάει άλλο ζώο
- κάτι που παίρνουμε φθηνά, χωρίς κόπο.
Η βάση της προέρχεται από το «πιέζω», «συμπιέζω», «επιτίθεμαι ξαφνικά και ύπουλα ». Οι λατινικές ερμηνείες της λέξης παραπέμπουν στην «αιχμαλωσία», «πανώλη», «χολέρα», «θράσος», «να βγάλεις την ψυχή κάποιου», «λοιμός».
Έχει και δεύτερη πιο στενή σημασία της λέξης – με την έννοια του «ρούχου». Το μοναδικό που φοράμε στην πλάτη μας κι αυτό που μας έχουν αρπάξει είναι το ίδιο.

1.«Όποιος φοβάται τις αρκούδες να μην μπαίνει στο δάσος.» Με αυτήν την παροιμία ο Χάντερ υποδέχεται την κυρία από την Αμερική. Η Μαίρη είναι στο παρατηρητήριο. Το φεγγάρι κρύβει το πρόσωπό του πίσω απ’ τα ξεθωριασμένα σύννεφα. Έχουν στήσει ενέδρα για αρκούδα.
Η Μαίρη άθελά ακουμπάει το γόνατό της στο δικό του. Αυτός χαμογελάει. Η Μαίρη βγάζει το κυνηγητικό της τζάκετ. Κάνει ζέστη. Σκίζει το εισιτήριο επιστροφής για την Αμερική. (Και να μην είναι αλήθεια, ας μείνει έτσι για να μην χαθεί το αμερικάνικο όνειρο.)
Το παρατηρητήριο είναι φτιαγμένο γερά, με δοκάρια από πεύκο. Έχει μόνωση και γυάλινη πόρτα για να μην μπαίνουν νυφίτσες κι άλλα μικρά ζωάκια. Ο χώρος είναι εμποτισμένος με άρωμα ρετσινιού, καπνού, μπαρουτιού κι αμερικάνικης ορμόνης. Μυρίζει πραγματική ζωή. Λαιφ αγορασμένη για λίγο έναντι καλής πληρωμής. Ταπεινό εισιτήριο για άφιξη στο άγριο και πραγματικό εσώψυχο μας. Η Μαίρη έχει έρθει κι άλλες φορές! Και θα ξανάρθει ακόμη πολλές φορές.
Αποφεύγει τους αδύναμους που αναζητούν στη Μαίρη τα ομοιώματα των μαμάδων τους. Τρέμουν σαν τους αρουραίους για τα λεφτά. Ή, για την υγεία τους. Η Μαίρη μισεί τους ανθρώπους που δεν μπορούν να χάνουν. Πολλοί θα ήθελαν να την έχουν. Δεν τους επιτρέπει να νομίζουν, πως όλα είναι εφικτά. Της αρέσουν οι μη συμφέρουσες συναλλαγές. Διψάει για ζωή. Που να ‘ναι ο άντρας που θα της επιστρέψει την απεραντοσύνη του κόσμου, που θα την βγάλει έξω απ’ τους λαβύρινθους; Τον αναζητάει ενστικτωδώς.
Ο Χάντερ ο σιωπηλός κυνηγός την ελκύει. Συνέχεια βρίσκεται σε επαφή μαζί του. Δεν χρειάζεται να του εξηγεί τίποτα. Είναι σαν το σκύλο. Όλα τα καταλαβαίνει και πάντα βρίσκεται εκεί που πρέπει. Δεν γίνεται φορτικός. Εκπέμπει φυσικότητα, σιγουριά και ηρεμία. Ό, τι λέει το κάνει. Δεν δικαιολογείται. Και δεν κάθεται να λυπάται τον εαυτό του, λες του ανήκει ο κόσμος όλος.
Οι καρδιές λιώνουν απ’ το ρακί του Χάντερ κι απ’ το ευωδιαστό κατσαμάκι. Πέρα από το ρέμα, εκεί στην πλαγιά, δίπλα στο δάσος έχουν ρίξει σαν δόλωμα σιτάρι και κριθάρι. Τα αγριογούρουνα έρχονται τακτικά. Κάθε χειμώνα στο λευκό ξέφωτο σκοτώνουν πέντε - έξι με χαυλιόδοντες άξιους για τρόπαια. Το βουνό προσφέρει.
Τα σκυλιά είναι δεμένα. Οι κουρτίνες τραβηγμένες. Και οι τοίχοι έχουν αυτιά. Όλοι λουφάζουν. Έρχεται η ώρα να σωπάσουν. Οι κουβέντες δεν έχουν τελειωμό.
Από το παράθυρο – πολεμίστρα ο Χανς παρακολουθεί με τα κιάλια. Κοιτάει και μέσα από τη δίοπτρα της καραμπίνας. Απόψε, απ’ τα μητρώα της ζωής θα διαγραφεί ακόμα ένας κάπρος` αρσενικό έτοιμο να γονιμοποιήσεί.
Εμφανίζεται η κηλίδα. Κινείται πότε μπρος, πότε πίσω. Αφουγκράζεται. Μυρίζει τον αέρα και αρχίζει να τρώει. Κάτω απ’ το φεγγάρι και τα σύννεφα, η κηλίδα φαίνεται σαν χνούδι από σκοτεινή ύλη. Σαν εκείνους τους γαλαξίες από την κοιλάδα Γκαμ, που βρίσκονται σε απόσταση δύο χιλιάδες έτη φωτός από μας. Σκέψου ξαφνικά να ορμήξει μέσα από τις σκιές του δάσους ο βιβλικός, μυθικός κάπρος.
Μα, κι ο Χανς είναι αταβιστικό ζώο. Αραδιάζει τα φυσίγγια στο γεμιστήρα προσεχτικά με συγκρατημένη την ανάσα.
Ο προβολέας λούζει το ξέφωτο που φαίνεται σαν γυμνό. Το αγριογούρουνο σηκώνει τη μουσούδα του. Είναι με το μέτωπο προς τον κρυψώνα του Γερμανού. Καθόλου εύκολο σαν στόχος. Ανοιγοκλείνει τα μάτια και κοιτάει αμήχανα. Σαν κάτι να ψάχνει. Το εκπλήσσει ο φωτεινός κύκλος πέρα από το ρέμα, που του μοιάζει με διαστημικό πιάτο. Μπας και ήρθαν οι εξωγήινοι πρόγονοι για να το πάρουν μαζί τους; Το προσκλητήριο τους έρχεται καταπάνω του. Ανοίγει στην ωμοπλάτη του τη δική του μαύρη τρύπα απ’ όπου θα ξεπεταχτεί, αν δε βυθιστεί μέσα της η ψυχή του κάπρου.
Ήδη σπαρταράει στην ανηφόρα κλοτσώντας τη γη. Άτιμο σημείο! Του την είχανε στημένη! Πεθαίνει με τη γλώσσα δαγκωμένη. Το αίμα κυλάει αργά κάτω απ’ το τρίχωμα. Το απορροφάει η γη. Αφήνει τον κωδικό του πριν αναχωρήσει μπροστά σε τόσους μάρτυρες. Σε μια στιγμή ο κάπρος εκσπερματώνει. Μόνο η φύση μπορεί να διανοηθεί κάτι τέτοιο. Μέσα στο θάνατο να σου έρθει οργασμός. Και τότε, ακόμα και το σπέρμα απορροφάει.
Ο Χάντερ συγχαίρει τον κυνηγό. Συνήθως, επαναλαμβάνει τη βολή ένα δευτερόλεπτο αργότερα. Αν το γουρούνι δεν έχει πέσει με την πρώτη, να πέσει με τη δεύτερη. Αλλά τώρα δεν το κάνει. Δεν θέλει να πάρει το κυνήγι του Χανς. Είναι σίγουρος γι’ αυτόν. Οι άντρες έχουν μαζευτεί έξω. Είναι περίεργοι σαν παιδιά. Καλή βολή. Με χειρουργική ακρίβεια. Στο κυνήγι με μεγάλα θηράματα το ζώο ανήκει σ’ αυτόν που ρίχνει πρώτος.
Ο προβολέας χάνεται. Φαίνεται πάλι το κυνηγητικό καταφύγιο. Μερικά δωμάτια για τους επισκέπτες. Μεγάλη αίθουσα με τζάκι. Συνηθισμένη όψη – καπνοδόχος, φιλήσυχα παράθυρα. Σαν να μην έχει συμβεί τίποτα. Τα ζώα είναι εδώ στο σπίτι τους. Οι άνθρωποι είναι παρείσακτοι. Το δάσος τινάζει από πάνω του τον απόηχο του πυροβολισμού. Δεκάδες ζωντανά κι άγρια μάτια με τις ώρες θα επαγρυπνούνε μετά το συμβάν. Θα κοιτάζουν γύρω, γύρω. Το κοπάδι του κάπρου δύσκολα θα ξανάρθει. Δεν είναι θέμα συναισθηματισμού. Θα μπορούσαν να φάνε και δίπλα στο πτώμα του. Μόνο σε μας τους ανθρώπους αρέσει να ποζάρουμε. Να παριστάνουμε τους κακόμοιρους ή τους ήρωες. Ο θάνατος μοιάζει με σοφή επιστροφή στον χώρο όπου ήμασταν πριν γεννηθούμε. Τα αγριογούρουνα το ξέρουν καλύτερα από μας. Απλώς, βρίσκονται σε επαγρύπνηση, καθώς τα αναστατώνουν οι μυρωδιές που έχουνε ξεμείνει.
Μετά τα μεσάνυχτα θα ξανάρθουν. Ο Αχμέτ έχει ρίξει σπόρους. Είναι πολύ πιο νόστιμοι από τις ρίζες. Αν ο άνθρωπος του Χάντερ ξεχάσει την τροφή τους, θα πρέπει να τριγυρνάνε τριάντα χιλιόμετρα. Τόση είναι η απόσταση που διασχίζουν μέσα σε μια νύχτα.

Από το σώμα του κάπρου αναδύεται ατμός αίματος. Ξαφνικά γρυλίζει, τη στιγμή που του πιάνουν το πόδι.
Τον τραβούσαν.
Ο κάπρος κλότσησε και πήδηξε όρθιος. Ζαλίστηκε. Τα πρώτα του βήματα ήταν αβέβαια και μετά άρχισε να τρέχει. Δεν είχαν πάρει την καραμπίνα. Βγήκαν μόνο με τα πουκάμισα, ζεσταμένοι και χαρούμενοι. Τους ξέφυγε κάτω απ’ τη μύτη. Κι όμως, έπρεπε ο Χάντερ να επαναλάβει τη βολή. Τώρα ήταν υποχρεωμένος να βρει το τραυματισμένο ζώο. Όσο νωρίτερα, τόσο καλύτερα.
Ο Χάντερ βρέθηκε να δουλεύει στο εκτροφείο, επειδή τον προκάτοχό του τον είχε ξεκοιλιάσει αγριόχοιρός. Αρκετοί αρνήθηκαν το διορισμό σ’ ένα μέρος ξεχασμένο κι απ’ τον Θεό. Ο Χάντερ όμως, ήρθε εθελοντικά. Η Αρχυρό, τότε μόλις τον είχε εγκαταλείψει και μήνες μετά η κόρη τους η Αναστασία είχε εξαφανιστεί.
Στους θάμνους, γύρω απ’ το ρέμα ακούγονται σκυλήσια ουρλιαχτά. Ο κάπρος απαντάει κοφτά κι εχθρικά. Το αίμα του τον πνίγει. Μια βροντή ξυπνάει το φεγγάρι καθώς το αρσενικό οργώνει με τους χαυλιόδοντες το χιόνι. Γλιστράει προς τον Χάντερ. Ο άνθρωπος δεν κουνιέται. Από την κάνη της καραμπίνας βγαίνει καπνός με οσμή μπαρουτιού. Το σκυλί αιμόφυρτο σπαρταράει, έχοντας δαγκώσει το αυτί του αγριογούρουνου. Αλλά δεν μπορεί να το κόψει. Ο Χάντερ του φωνάζει: «Άσε!». Το σκυλί υπακούει και πέφτει ανάσκελα. Το παίρνει στην αγκαλιά του σαν μωρό. Πίσω του, σέρνουνε το τρόπαιο του Χανς. Ο κάπρος γρυλίζει που και που, ενώ το σκυλί αλαφιάζεται μέσα στα χέρια του Χάντερ τρομαγμένο από τους ρόγχους.

Ο Χανς φιλοσοφεί: Αφού άρχισαν να φτιάχνουν τους δρόμους, πάει να πει πως το κράτος συνέρχεται. Το πολύ σε δεκαπέντε – είκοσι χρόνια θα είστε εντάξει.
Ο Χανς αγαπάει τις γυναίκες. Ξέρει να τις περιποιείται, ιδιαίτερα μετά το κυνήγι. Σπεύδει να επιβεβαιώσει τον ανδρισμό του και μ’ αυτόν τον τρόπο. Όσο για τις κυρίες, για τα λεφτά τον ακολουθούν υπάκουα.
Μια φορά έτυχε να σπάσει το κρεβάτι. Μετά παρήγγειλε σιδερένιο. ΄Έφερε και καθρέφτες για τους τοίχους και το ταβάνι. Για να καμαρώνει τον εαυτό του την ώρα του σεξ. Ο Αχμέτ κι ο Ντάντσο κουβάλαγαν τους συσκευασμένους καθρέφτες στην πλάτη και έσπασαν έναν, μέχρι να φτάσουν στο μικρό καταφύγιο. Από εκεί και πέρα είναι τα λημέρια των αρκούδων.
Ο Χάντερ κι ο Χανς ψιλοκουβεντιάζουν δίπλα στο τζάκι. Ο Χανς είναι κατηγορηματικός, ο πραγματικός άντρας τουλάχιστον μια φορά το μήνα μεθάει μέχρι να πέσει αναίσθητος. Μα, αυτό είναι ρώσικο έθιμο! γελάει ο Χάντερ, που αποφεύγει το ποτό μετά την εξαφάνιση της Αναστασίας.
Ο Χανς ρωτάει: «Πόσες φορές πια, μίστερ Χάντερ, επισκευάζετε την ηλεκτρική σας σκούπα «Ρακέτα»; Γιατί δεν αγοράζετε καινούργια;»
Αγκαλιάζονται και τραγουδάνε:

Αν θέλεις να ‘σαι σύζυγος σωστός
Στο θέμα της τιμής σου σεβαστός
Μην δίνεις σημασία τι σου λένε –
Γυναίκα πάρε απ’ το Κρουσοβένε

Το πάθος του ξένου για τη σκοποβολή κάνει τον Χάντερ να χαμογελάει. Ούτε που υποψιάζεται, ότι ο Χανς ονειρεύεται να τον ξεπεράσει, να είναι ο πιο σπουδαίος εραστής και κυνηγός. Γι αυτό καταβάλει τρομερές προσπάθειες.

Το μονοπάτι προς την καρδιά του βουνού είναι στενό κι απόκρημνο. Αν γλιστρήσεις δε γλιτώνεις. Το δάσος είναι βαμμένο με ζεστά χρώματα. Το φθινόπωρο αναπολεί το πράσινο καλοκαίρι. Στο χώρο αιωρούνται ιστοί αράχνης, που σαν να παγιδεύουν την θλίψη που αναδύεται.
Αν ο Χάντερ ήταν ζώο δε θα μπορούσαν ποτέ να το σκοτώσουν. («Χάντερ» είναι το παρατσούκλι του κυνηγού, που του έχουν δώσει οι ξένοι – δικοί του φίλοι και πελάτες. Hunter – κυνηγός, hunt – κυνηγώ.) Είναι επιφυλακτικός στους συνηθισμένους δρόμους. Αλλάζει ξαφνικά την πορεία. Ξεγλιστράει.
Από το εκτροφείο έρχεται η μεγάλη είδηση. Οι φυλλάδες πεινάνε κι ελπίζουν να βγάλουν κάτι. Με όλα τα μέσα και με κάθε τίμημα προσπαθούν να επιβιώσουν, να επιμηκύνουν την εφήμερη ζωή τους. Όταν κανείς τις διαβάζει καταλαβαίνει – η ζωή μας είναι αγγελτήριο θανάτου γραμμένο από λωποδύτες.

Ο Χάντερ είναι πέρα, στα βουνά σκεπασμένος με σιωπή. Το κυνήγι των ανθρώπων έχει τους αυστηρούς του κανόνες, όπως και το κυνήγι των θηραμάτων. Ο Χάντερ είναι άνθρωπος του ρίσκου. Πολλές φορές τον έχουν πυροβολήσει, πολλές φορές τον έχουν σκοτώσει. Δεν γίνεται να τον πιάσουν οι δειλοί διψασμένοι για αίμα. Ας τον βρουν πρώτα και μετά ας κάνουν την υπεράνθρωπη πορεία του. Τότε μόνο να τον φτάσουν. Και τέλος - να τον πετύχουν με τη δίοπτρά τους στην πρώτη σελίδα. Μοναδικός ζωντανός ανάμεσα σε καταδικασμένους. Ένα σπάνιο κυνηγητικό τρόπαιο! Το κεφάλι του είναι απαραίτητο για διακόσμηση, μα και για επιβεβαίωση – ότι κανείς δεν θα γλιτώσει.

Οι πλαγιές των βουνών είναι γαλανές μέχρι των ορίζοντα. Όταν αυτές οι πλαγιές ήταν γυμνές ο Χάντερ έφερνε με τα χέρια χώμα και ρίζες. Για να υπάρχει το δάσος, για να έχει το δικό του τίμιο ψωμί.
Μπορείς να σκοτώνεις. Μπορείς και να δημιουργείς. Είσαι ελεύθερος να επιλέγεις το ένα απ’ τα δύο. Εξαρτάται με τι εξαγοράζεις το μέλλον. Σε τέτοια διάσταση του χρόνου βυθίζεται ο Κυνηγός των στιγμών. Πώς να τη διασχίσει; Είναι οπλισμένος κι επικίνδυνος. Είναι είδος προς εξαφάνιση.
Κυνήγι ελαφιών, πολλά ελάφια, αγριογούρουνα, αρκούδες, λύκοι, ελαφίνες, ζαρκάδια… Πόσες εκπλήξεις έχει ζήσει πια ο Χάντερ; Ελάφι που το είχαν πετύχει ξεψύχησε κατά την διάρκεια του άλματός του. Τέσσερις αρκούδες τους ξάφνιασαν την ώρα που παραφυλάγανε για αγριογούρουνα. Η μια έπεσε πάνω στον Βίλχελμ. Από το στρες η αρκούδα χέστηκε πρώτη, λίγο πριν το κάνει κι ο κυνηγός. Ο γερμανός έριξε με το όπλο, που το είχε αγκαλιά μέσα στον ύπνο του.
Οι λόφοι κυματίζουν και σαν θάλασσα απομακρύνουν τον ορίζοντα. Μήπως, ο τόπος αυτός, είναι που λένε: «πέρα απ’ τα εννιά βουνά στο δέκατο»; Κάπου εκεί, στο άγνωστο, υπάρχει ερημωμένο χωριό με δύο κατοίκους. Μέσα σε πέτρινο σπίτι μια αρκούδα σκοτώνει πρόβατα. Την άνοιξη οι άρχοντες των βουνών ξετρελαίνονται από την πείνα. Βόσκουν γερά. Μόνο με χόρτα όμως, δεν αντέχουν. Το μαγικό τους λίπος έχει πια λιώσει. Έχει επιβιώσει η αρκούδα κι έχει αποθηλάσει τα μικρά της.
Το ποταμάκι σέρνεται. Κάτω απ’ τις πέτρες κρύβεται πέστροφα. Φράζεις το νερό, σηκώνεις και μαζεύεις. Οι ντόπιοι κάτοικοι κάπως έτσι επιβιώνουν μόνο με ψάρι, πατάτες και πρόβατα. Εδώ έρχεται συχνά ο τραπεζίτης Χανς από το Μόναχο. Φωτογραφίζει τα δέντρα, τον ουρανό, τα λουλούδια, τα πέτρινα σπίτια, τις πλαγιές. Τους θηροφύλακες που ανάβουν φωτιές στο χιόνι. Έχει αφήσει λεύκωμα με ζωγραφιές λαγών και αρκούδων. Τις έχει ζωγραφίσει την ώρα που ξεκουραζότανε δίπλα στο τζάκι και ρουφούσε ρακί. Αν αμφιβάλετε για το βαθμό οινοπνεύματος– ο θηροφύλακας, ο Αχμέτ φέρνει το σπιρτόμετρο. Για το παράνομο ποτό δεν πρέπει να μιλάς ή να γράφεις. Με την ίδια λογική βγαίνει, πως η ζωή σου δεν είχε νόημα, αν δεν έχεις περιπλανηθεί στα βουνά.

Το ξέφωτο είναι επικίνδυνο, μα όχι πάντα και για όλους. Είναι σωτήριο στις χειμερινές νύκτες. Δεν είναι τυφλός άρπαγας σαν τον λύκο που ένα θα φάει και δέκα θα πνίξει. Η παιδική θνησιμότητα ανάμεσα σ’ αυτούς τους λόφους κι αυτές τις ρεματιές, φτάνει τα ενενήντα πέντε τις εκατό. Γι αυτό κι ο σπόρος του αρσενικού έχει διαστημική σημασία. Ο πολιτισμός σκοτώνει τα ένστικτα του ανθρώπου και τον διαφθείρει. Ο Χάντερ δεν καταλαβαίνει. Οι διωγμοί δεν εξαφάνισαν τον λύκο. Αυτός όμως, αφάνισε τα νεογνά. Αγέλες αδέσποτων σκύλων σκοτώνουν κατ επάγγελμα, εκπαιδευμένα από τα μέχρι χθες αφεντικά τους.
Ο άνθρωπος θέλει να βοηθήσει, να αλλάξει, να τακτοποιήσει. Ο νους είναι φτιαγμένος για να ψάχνει την τάξη στο Σύμπαν, την αρμονία μέσα στην αταξία και το χάος. Τι αυτοπεποίθηση – να πιστεύεις πως κυριαρχείς πάνω στην εντροπία της ύπαρξης. Ωραίος, μα ίσως καταδικασμένος πόθος.

Ένας τεράστιος λύκος ξεφεύγει από τον Βίλχελμ. Ο Κοκκινομάλλης λύκος αποκρίνεται: «Αου- ου- ου!» Κι ο Χάντερ επίσης. Σε λίγο ξανά ο λύκος: «Αού- ου- ου!» Διακρίνεται ανάμεσα στα δέντρα – το θηρίο πλησιάζει. Ο αφηρημένος Βίλχελμ σαν να μετράει τα βουνά. Ο Χάντερ σωπαίνει. Ο Βίλχελμ αποκοιμιέται. Μοιάζει με μανεκέν από περιοδικό για κυνηγούς – από τις μπότες – μέχρι το καπέλο με το φτερό και την σούπερ δίοπτρα. Το κεφάλι του Κοκκινομάλλη προβάλει κοντά. Ο Βίλχελμ ξαφνιάζεται. Ο Κοκκινομάλλης γυρνάει και προτάσσει τα στήθη του. Κάποιος ουρλιάζει. Σίγουρα είναι η λύκαινα που έχει χαθεί από προσώπου γης την προηγούμενη εβδομάδα. Η καραμπίνα το Βίλχελμ ξερνάει φωτιά και πέφτουν σπασμένα κλαριά.
Το Σύμπαν δεν τον θέλει σήμερα τον Κοκκινομάλλη. Χάνεται με την σκέψη για την λύκαινα που τον καλεί και μπορεί πάλι να τον καλέσει. Τώρα ίσως να κρύβεται από τα δίποδα. Ο Κοκκινομάλλης όμως, στάθηκε θαρραλέα. Δεν δείλιασε. Παρόλο που είδε τον άλλον με το φτερό, περίμενε μέχρι το τέλος την αγαπημένη του. Δεν έκλεισε τα μάτια μπροστά στον θάνατο. Μετά, όταν έφευγε ένιωσε ανάλαφρος. Ο Βίλχελμ πυροβολούσε πίσω του, μέχρι να αδειάσει ο γεμιστήρας.
Σίγουρα η λύκαινα από κάπου τον βλέπει. Θα κατέβει στον Κοκκινομάλλη μαζί με το πρώτο χιόνι. Αύριο θα χιονίσει, θα χιονίσει… Ο Κοκκινομάλλης θα βυθιστεί στα σοφά της μάτια.
Ο Χάντερ τραντάζεται από τα γέλια: «Ρε, εμείς αυτόν τον λύκο τον έχουμε για εκπαιδευτικό. Και στον Ντάντσο μπροστά βγήκε, και στον Αχμέτ. Προσπαθούμε να τον ξεγελάσουμε. Έρχεται και τον χάνουμε.» Ο ξένος αντιλαμβάνεται κάτι από την ανάλυση. Χαμογελάει ένοχα. Δεν είχαν προγραμματίσει για λύκο. Περιμένανε αγριογούρουνο. Αν σκοτώσεις λύκο και τα δισέγγονα σου θα καμαρώνουν μπροστά στην φωτογραφία σου.

Η Μαίρη δεν θέλει να κατέβει απ’ το παρατηρητήριο. Ποια είναι τα πιο ελεύθερα πλάσματα στη γη; - ρωτάει ο Χάντερ. Η κατσίκα του δασοφύλακα και η γυναίκα του κυνηγού. Η πρώτη βόσκει όπου της αρέσει. Η δεύτερη κάνει ότι της καπνίσει όταν λείπει ο κυνηγός. Όταν χαλαρώσει από το απαλό ρακί ο Χάντερ κοκορεύεται. Ο κουρασμένος κυνηγός είναι καλύτερος στον έρωτα από δέκα μπαρμπέρηδες. Και γιατί ακριβώς μπαρμπέρηδες; Γιατί είναι ξεκούραστοι, όλο στην ίδια θέση κάθονται. Δεν τριγυρνάνε μέρα νύχτα.


…Μόλις που προλαβαίνει να συνέρθει η Αμερικάνα, έτσι που ενθουσιασμένη και ζεσταμένη κοίταξε τυχαία απ’ το παρατηρητήριο. Η αρκούδα ήταν ήδη στο ρέμα. Καθόταν σαν ηλίθια και τους χάζευε. Από τον φόβο της η Μαίρη ξεφώνησε. Για να την προλάβουν ο Χάντερ έβγαλε την καραμπίνα απ’ το παράθυρο. Ο Αρκούδος δεν είχε χρόνο για να ποζάρει. Με ένα «Φου!» το έσκασε. Ενοχλημένος, ο Χάντερ δάγκωσε το μουστάκι του. Έσπρωξε το παραθυράκι. Τόσο πελώριος και με φαρδιές πλάτες, το κεφάλι του να ακουμπάει στο ταβάνι. Κοίταξε ένοχα τη Μαίρη. Αυτή ξεφύσησε με τη σειρά της. Χώθηκε κάτω από τον αγκώνα του. Ο Χάντερ δεν κατάλαβε καλά αν ήταν μομφή, ή αγκαλιά.
- Είδες! Μας ξέφυγε η αρκούδα! της είπε ένοχα.

Ο Χάντερ συχνά βγαίνει τις νύχτες όταν δεν έχει πελάτες. Μήπως ψάχνεις την κατσίκα σου; - τον πειράζουν την άλλη μέρα. Δεν ανταποκρίνεται στο αστείο. Αποφεύγει να απαντήσει και κοιτάζει στη γη. Φεύγει χωρίς να πει που πάει και πότε θα γυρίσει. Που τριγυρνάει και γιατί; Κι ο σκύλος του σωπαίνει.
Αργά τη νύχτα είδε φως. Τρεμόσβηνε στην πτυχή του μακρινού λόφου. Μέχρι πρόσφατα εκεί ήταν μουσείο ανταρτών. Στο ίδιο ρέμα ακριβώς, τουφέκισαν τον ίδιο αριθμό «εχθρών του λαού»
Τώρα είναι βάση για εμπόριο λευκής σαρκός. Αρχηγός τους είναι κάποιος Ζλάτιος που τον φωνάζουν Όφη. Απαγάγει κορίτσια προκαλώντας τον τρόμο σε γονείς και συγγενείς και πουλάει τη σάρκα στα ξένα μέρη.
Ο Χάντερ γνωρίζει τον θρύλο. Περιγράφει τον Όφη σαν μάγο κι όχι σαν απαγωγέα. Είναι γέννημα θρέμμα φιδιών. Τα ερπετά κατοικούν στις ρίζες των αιωνόβιων δρυών, δίπλα σε αγιασμένα χώματα ή σε ιερά. Αυτός που κόβει τέτοιο δέντρο, θεωρείται καταραμένος. Ο Όφης αποκαλύπτεται μόνο μπροστά στην κοπελιά που του αρέσει. Μερικές φορές, αυτή γίνεται γυναίκα του.
Δεν είναι αρραβωνιαστικιές οι κοπέλες του Ζλάτιου μα, τα θύματα του.

Ο Χάντερ είναι ανάμεσα στα αμπέλια δίπλα στο δρόμο. Του αρέσει το κυνήγι στον κάμπο. Αλλάζει τα αντανακλαστικά και την ατμόσφαιρα. Σ’ αυτό το κυνήγι πυροβολείς περισσότερο. Πάλι είναι με ξένους μέσα σε χωράφια με ηλιόσπορο και καλαμπόκι. Δίπλα υπάρχει φράγμα με πάπιες. Υπάρχουν και στάβλοι. Το περίεργο είναι πως τα κεραμίδια τους δεν έχουν πέσει ακόμα. Περνάνε σμήνη από πέρδικες. Προσέχει ένα λαγό, μια αλεπού. Ακούγονται και χήνες ψηλά πάνω στο δρόμο. Και κάτι που δεν μπορείς να το δεις στις ειδήσεις – γεράκι να πιάνει σπουργίτι.
Τα χόρτα είναι βρεγμένα, κίτρινα. Τα φύλα των αμπελιών με χρώμα χαλκού. Βρίσκει κάποια τσαμπιά, παρατημένη σειρά με πιπεριές, καρπούζι, μικρό όσο η γροθιά του ανθρώπου. Τα πουλιά ήδη το έχουν τσιμπολογήσει. Από μέσα όμως είναι ροζ και γλυκαίνει τον Χάντερ. Και κόκκινα φρούτα άγριας τριανταφυλλιάς όσα θέλεις.
Μια πέρδικα στριφογυρνάει σαν τρυπάνι προς τα πάνω. Η σφαίρα την έχει βρει στο κεφάλι και μετά πέφτει ανάμεσα στους θάμνους. Ένα αργοπορημένο ορτύκι γίνεται πειρασμός για τους κυνηγούς. Για τις πέρδικες είναι ευκαιρία να γλιτώσουν. Ο λαγός ανασηκώνει με τις κορυφές των αυτιών του τα αγριόχορτα που έχουνε λουφάξει. Μια πέρδικα πέφτει με όμορφη παραβολή. Τα σκυλιά έχουν λυσσάξει να τη βρουν, αλλά η πέρδικα είναι άφαντη.
Μια άλλη πέρδικα τον τρομάζει. Το μεγάλο σμήνος από πέρδικες γυρνάει δίπλα στα αυτοκίνητα. Το αρσενικό έχει παχύνει κι αυτό είναι αποφασιστικό για τη μοίρα του. Μένει τελευταίο στην απογείωση και τα σκάγια το βρίσκουν στον όμορφο λαιμό του και στο στήθος.
Βρέχει ψιλή, διεισδυτική βροχή. Κομμάτια λάσπη κολλάνε στις μπότες και το περπάτημα είναι δύσκολο. Οι κυνηγοί είναι μούσκεμα. Ο Χάντερ περπατάει σκυφτός και σκεφτικός. Ο ουρανός είναι γκρίζος και κρύος.
Πώς, αν δεν είσαι Θεός, να πλάσεις από τη λάσπη και το νερό, το ον που θα υψώσει τη ματιά του προς τις ουράνιες ρίζες μας;…
Κυνηγέ, των στιγμών, εσύ δεν ξέρεις. Η περιέργεια οδηγεί στην παγίδα. Αυτή παραμονεύει τον άνθρωπο που δεν έχει ευκαιρία να γλιτώσει μα, ούτε και δρόμο για να γυρίσει πίσω. Μόνο ο Αλλάχ, σύμφωνα με την παροιμία της Ανατολής, είναι εύσπλαχνος. Όταν βρισκόμαστε στο κυνήγι – σταματάει να μετράει τις μέρες μας.
Υπάρχουν και λαβωμένες πέρδικες. Αυτές καλπάζουν ανάμεσα στα αποκεφαλισμένα από την κομπίνα ηλιοτρόπια. Βιάζονται να βυθιστούν στα χόρτα της λήθης. Να κουρνιάσουν στο άγριο είναι τους. Ο Χάντερ κλοτσάει γύρω, μα αυτές λουφάζουν σαν έμμονες σκέψεις, σαν τους άγριους πόθους που βιώνουμε πραγματικούς ή όχι μέσα στον ύπνο μας. Κολλάνε με άχυρα, νερό, λάσπη, σάλιο το σπασμένο από τα σκάγια φτερό. Το σφραγίζουν με ήχους μέσα στις νύχτες που έπονται – μακριές, κρύες, χειμερινές. Για να γλιτώσουν στο σκοτάδι, για να γλιτώσουν στο φως, από το τσακάλι, την αλεπού, την αγριόγατα, τα περιπλανώμενα σκυλιά… Ίσως στην επόμενη κυνηγητική περίοδος κάποιος να τις πετύχει ξανά. Αυτές θα κατρακυλήσουν υποταγμένες στη τσάντα του. Ο κυνηγός με θαυμασμό θα κουνάει το κεφάλι. Υποταγμένος με τη σειρά του στον απαραβίαστο νόμο της φύσης: Κάθε ζωντανό πλάσμα να βασίζεται στον εαυτό του και μόνο στον εαυτό του!

Ο Χάντερ έχει ταξιδέψει χιλιόμετρα μέχρι εδώ, κόντρα στα κύματα της χιονοθύελλας. Του κρύβανε την ομιχλώδη και παγωμένη πλαγιά. Στις ζεστές στράτες τις πόλης τον είχε σταματήσει περιπολικό. Στις τέσσερις τα χαράματα κυκλοφορούν μεθυσμένοι. Τον βάλανε να φυσήξει το μπαλονάκι. Απογοητευμένος από την αποτυχημένη ενέδρα ο λοχίας του ευχήθηκε καλό κυνήγι. Ο μακρύς και ύπουλος δρόμος είναι άδειος. Το χιόνι έχει αποχωρίσει πίσω από την πλαγιά. Στον κάμπο ψεκάζει η βροχή. Τα απέναντι φώτα κουβαλάνε λάχανο και καρότα. Ένα φορτηγό με πλατφόρμα γεμάτη κολοκύθες έχει πάθει ζημιά. Στο γυρισμό θα το ξανασυναντήσει. Μόνο αυτές και οι δικές μας κολοκύθες είναι στο δρόμο. Το τζιπ του Χάντερ πιστά απωθεί τα χιλιόμετρα πίσω απ’ την πλάτη του. Φτάνουν, μερικά λεπτά πριν από την ώρα τους. Το σημείο είναι συμβολικό. Το εστιατόριο λέγεται «Ευρώπη». Βρίσκεται στην αιώνια οδό Ανατολής – Δύσης. Στην ουσία είναι σκέπαστρο με μερικά τραπέζια.

Μετά το κυνήγι της πέρδικας είχαν σταματήσει τάχα για λίγο κάτω από μια κληματαριά. Όπως ήταν βρεγμένοι και με τις λάσπες, οι ξένοι βρέθηκαν στη χωριάτικη αυλή. Κοιτούσαν γύρω τους ευγενικά. Ο οικοδεσπότης γρήγορα κατέβασε το γυλιό του. Έτρεξε στο υπόγειο. Το κρασί ήταν παλιό. Γλιστρούσε. Αδειάζανε τις κανάτες με το κουνελήσιο αίμα. Ο σπιτονοικοκύρης έβγαζε το κεφάλι του από την αποθήκη και πρόσφερε την μια κανάτα μετά την άλλη. Έτσι έμειναν μέχρι το τέλος όρθιοι, σαν να είχαν σταματήσει τάχα για λίγο.
Πόσες ώρες άραγε είχαν περάσει. Πού είχαν ξεχαστεί χωρίς να το καταλάβουν; Κάποια στιγμή ο οικοδεσπότης σήκωσε τα χέρια. «Άδειάσε το βαρέλι!» Τους οδήγησε πίσω με το τζιπ του Χάντερ. Όλο του επαναλάμβανε: «Είσαι μεθυσμένος, είσαι μεθυσμένος!» Μάλιστα ρίξανε μπαλοτιές για τους αρραβώνες της γειτόνισσας.
Όλοι τους ήταν με ροζ μάγουλα και χιονισμένα μαλλιά. Και μέχρι σήμερα ο Χάντερ δεν θυμάται καθαρά το χιόνι, το βαρέλι, τις μπαλοτιές. Του έχει μείνει μόνο η αίσθηση για την κούραση και για το μαγεμένο ύπνο. Για τη μικρής διάρκειας μακαριότητα, ανάμεσα στην ύπαρξη και στην ανυπαρξία. Εκεί, που δεν ξέρεις που βρίσκεται ακριβώς. Κι όμως θέλεις να επιστρέψεις ξανά – ακριβώς εσύ, ακριβώς εκεί.

Ο Θεός φυλάει τις λουφαγμένες καρδιές των περδικιών μέσα σε μυστικά χόρτα, μέχρι την επόμενη τους συνάντηση με τον Χάντερ. Ζωηρές και γρήγορες – ξαφνικές σκέψεις που αλαφιάζουν τις κάνες. Έχει καταπιεί το άγχος του και σημαδεύει με ψυχρό μάτι. ΟΙ πέρδικες απομακρύνονται με τα γρήγορα φτερά τους. Φεύγουν, κάτω από εκείνο τον ουρανό, σε εκείνο το νερό και τη λάσπη - με το προαίσθημα για το ατελείωτο λευκό, για το χιόνι, για κάτι απρόσμενο κι ωραίο που θα έρθει.
Την άνοιξη, μια ελαφίνα γέννησε μέσα στα ψηλά χορτάρια του νεκροταφείου. Ο Χάντερ την παρακολουθούσε. Κοιτούσε πίσω από την βυθιζόμενη σκιά της. Είδε τους πέτρινους σταυρούς. Άλλος κόσμος σε άλλη, απροσπέλαστη διάσταση.
Με τι, άραγε, εμείς οι άνθρωποι είμαστε κάτι περισσότερο από αυτή την ελαφίνα; Το ωραίο της άλμα αύριο θα στέψει το κυνήγι του ξένου. Και πάλι, και παντού οι τρελαμένες ρίζες. Πλέκουν τα πόδια και τραβάνε. Έκρηξη των αγριόχορτων. Σ’ αυτά χάνεσαι, σε αυτά βυθίζεσαι. Η άγρια ομορφιά είναι προς πώληση. Οι πόρτες των σπιτιών είναι ξεκλείδωτες. Στην κρεμάστρα του διαδρόμου, κρέμονται ρούχα. Το νοικοκυριό υπάρχει και η εστία του φούρνου χάσκει. Στην παλιά στάχτη φαίνονται πατημασιές από ποντίκια που έχουν εξαφανιστεί. Υπάρχουν λύκοι, τσακάλια, αλεπούδες κι ένα αγριογούρουνο. Αυτό που και που κοιμάται στο σχολείο. Στις ζέστες, ο αρκούδος «Φου» το διώχνει με τις κλοτσιές.
Η κραυγή του άγριου ξυπνάει τον Μιχάλ τον Λευκό και τον Ένιο το Νταούλι. Δεν μιλιούνται εδώ και χρόνια. Οι δύο κάτοικοι του εγκαταλειμμένου χωριού.
Με το γυλιό στον ώμο πηγαίνουν χειμώνα καλοκαίρι στο διπλανό χωριό – για ψωμί. Ο καθένας απ’ δικό του δρόμο. Ο Χάντερ ακολουθεί την αρκούδα και παρατηρεί. Ο Μιχάλ κι ο Ένιο κρυφοκοιτάζουν απ’ τα παράθυρά τους, όταν ακούγονται πυροβολισμοί στο σκοτεινό δάσος - εκεί, στα ψηλά. Σηκώνουν σαγόνια προς τον ουρανό. Μετά ελέγχουν αν είναι κλειδωμένη η πόρτα. Οπλίζουν τα δίκαννα.
Μόνο μια φορά ο Χάντερ κατέβηκε στο χωριό. Ανάμεσα στις πλάκες του καλντεριμιού φύτρωνε χόρτο που έφτανε ως τη μέση. Τα σπίτια είναι διώροφα, τα ντουβάρια πέτρινα. Σε μερικούς στάβλους ακόμα υπάρχει σανό – μουχλιασμένο.
Ο Χάντερ ακούει να κουδουνίζει τζάμι. Πιάνει ανθρώπινο μουγκρητό:
«Εδώ δεν έχεις δουλειά! Η δική σου δουλειά είναι στο δάσος!»
Ο Χάντερ καταλαβαίνει. Ακούγεται η ασφάλεια καραμπίνας. Το δίκαννο είναι έτοιμο, οπλισμένο.
Έκτοτε παρατηρεί από τον λόφο. Η σιλουέτα του μοιάζει με φάντασμα Σαν κάποιος να έχει κατέβει από τον ουρανό. Κι έχει σταματήσει στο λόφο. Ή σαν να επιστρέφει ξανά, εκεί που πρωτοεμφανίστηκε. Σαν να μην υπήρχε ποτέ.
Ήθελε να ρωτήσει για το όνομα του χωριού. Τι σόι άνθρωποι ήταν οι δυο γέροι. Οι τελευταίοι μάλλον, από έναν χαμένο κόσμο.. Κάποτε οι συγχωριανοί τους, μετατρέψανε τη εκκλησία σε χοιροστάσιο… Ποιος θα κάθεται τώρα να του εξηγεί…
Σ’ αυτά τα μέρη πάντα είχε τι να παζαρέψεις. Ξυλεία, μελίσσια, κάθε είδος ζώα. Σταματούσαν μπροστά στο χάνι της πόλης. Για να φαίνονται πλούσιοι δένανε μεγάλη τάγιστρα κάτω απ τα κεφάλια των αλόγων τους. Μετά καμαρώνανε φιλόδοξα. Μερικοί τους υποψιάζονταν. Βγαίνανε απ’ το χάνι τάχα για την ανάγκη τους και ρίχνανε μια ματιά κάτω απ’ τις μουσούδες των αλόγων. Από τους άδειους τορβάδες βγήκε και η ονομασία του χωριού. Και πάλι εκεί, μέσα στους άδειους τορβάδες ο χρόνος γονιμοποιούσε το μέλλον. Τους ρωτάγανε: Κι εσείς είστε από τον τορβά με τα ψέματα;
Κάποτε, στο γυρισμό του από το χάνι, ο Ένιο το Νταούλι, ταξίδεψε με μία κοπέλα. Οι γεροντότεροι δεν προλάβανε να την προειδοποιήσουν, ή δεν τόλμησαν να της το πουν. Συνέβη πάνω στο κάρο, πάνω στο άδειο δερμάτινο σακί. Περνούσαν μέσα από το ανήλιο ρέμα, όπου τώρα ο Χάντερ στήνει σανίδια με καρφιά για τα λάστιχα των λαθροκυνηγών.
Φαινόταν εύκολη υπόθεση και περίπου νόμιμη. Το κορίτσι ήταν γειτονοπούλα. Ο Ένιο την κάλεσε μαζί του για να μη κουράζεται να περπατάει με τα πόδια απ’ την πόλη. Ήταν σχεδόν όσο κι η κόρη του. Το Νταούλι σκεφτόταν πως δεν θα του έφερνε αντίσταση μια που ήταν τόσο χαρούμενη κι αφελής. Θα την ξεπέταγε στα γρήγορα.
Ο Ένιο είχε αυτή τη συνήθεια, να παραφυλάει τις γυναίκες όταν επιστρέφανε μόνες από το χωράφι, με την τσάπα στον ώμο και την άσπρη μαντίλα κατεβασμένη ως τα μάτια. Τις παραμόνευε. Μέχρι που να καταλάβουν, τις έριχνε κάτω. Για πολλά χρόνια ήταν κοινοτάρχης. Σε ποιον θα κάνανε παράπονα; Μήπως, δεν φταίγανε οι ίδιες αφού είχαν πέσει ανάσκελα; Πρόσεχε μόνο να μην επαναλαμβάνονται τα θύματα. Είχε τις αρχές του.
Εκεί, στο δάσος με τους αιωνόβιους γίγαντες, συνάντησε την κοπέλα κι ο Μιχάλ ο Λευκός. Τώρα εκεί είναι φίσκα από βαλανίδια κι αγριογούρουνα. Όπως καθόταν με το κοπάδι του, είδε την άσπρη της πουκαμίσα να ανηφορίζει προς την κορυφή. Η Στάνα πέρασε το σκοινί από κλωνάρι. Την έπνιγε η ντροπή. Η θηλιά αγκάλιαζε τον τρυφερό της λαιμό. Ο Μιχάλ ο Λευκός την ξάφνιασε. Την απελευθέρωσε από το σκοινί. Την πείρε στα χέρια και της είπε:
«Όχι! Ότι κι αν έχει συμβεί, ότι κι αν έχει συμβεί….»
Η Στάνα ένιωθε την ανάγκη να εξομολογηθεί, μήπως και λυτρωθεί. Από τότε ο Μιχάλ ο Λευκός σταμάτησε να πηγαίνει στην ταβέρνα. Πρόσεχε να μην μεθύσει. Μήπως και ξεφύγει το μυστικό απ’ τη λυμένη του γλώσσα.
Την παρακάλεσε κι αυτή δέχτηκε να του γίνει γυναίκα.
Το μυστικό έμεινε σαν καύκαλο σκεπασμένο από τα παλιά φύλλα. Σαν να μην υπήρχε. Ήταν όμως ζωντανό. Η καρδιά του χτύπαγε μέσα στα χρόνια.
Πόσες φορές ο Μιχάλ ο Λευκός ήθελε να τουφεκίσει τον Νταούλι!
Μήπως είχε έρθει πια η ώρα της πληρωμής; Κανείς δεν θα το καταλάβαινε. Εκείνο το σκοινί κρεμιόταν πάνω στο φαρδύ δοκάρι του στάβλου. Είχε βυθιστεί στη σκόνη του χρόνου. Ήταν το σκοινί του Ένιου. Από το δικό του κάρο το είχε πάρει η γυναίκα.
Τα παιδιά και τα εγγόνια τους είχαν μεγαλώσει. Είχαν χαθεί στις πόλεις ή στη ξενιτιά. Κανείς πια δεν ενδιαφερόταν για τορβάδες με παλιά ψέματα.
Μια χειμωνιάτικη νύχτα ο Λευκός πέταξε το σκοινί μπροστά στην πόρτα του Ένιο. Το πρωί το άγριο σκυλί του Ένιου, που έπνιγε ακόμη και λύκους – ο Γκορμπατσόβ, ούρλιαζε όπως ουρλιάζουν τα σκυλιά όταν κάποιος έχει πεθάνει. Το αφεντικό του είχε απαγχονιστεί. Το άκουσε ο Χάντερ και κατέβηκε με το τζιπ. Πρόσεχε να μην πέσει στα καρφιά που ο ίδιος είχε βάλει για τους άλλους. Ο Χάντερ πέρασε πλάι στον γέρο, χωρίς να τον προσέξει. Ο άνθρωπος παρίστανε πως μελετάει ίχνη ζώου, σκυμμένος πάνω απ’ το δικό του ίσκιο.


Η ελαφίνα βόσκει ήρεμα. Το φεγγάρι ξασπρίζει το σκοτάδι ανάμεσα στα δέντρα και το χωράφι με τα θηράματα κοιμάται δίπλα στο δάσος.
Ο καθαρός ουρανός κουδουνίζει πάνω στα στάχυα της βρόμης. Βατράχια πηδάνε πάνω στο μαύρο δρόμο. Τα στήθη τους φουσκώνουν αστεία. Ανοίγουν άτσαλα τα μακριά τους ποδάρια. Μια πασχαλίτσα κοιμάται κάτω από φύλο βατομουριάς. Ονειρεύεται τη δροσοσταλίδα όπου αύριο θα καθρεφτίζεται.
Ο μαύρος, στριφτός δρόμος μουγκρίζει στις στροφές. Σιγά, σιγά ηρεμεί. Το πρωινό πάντα προβάλει μετά την ζάλη του ύπνου.
Φτερουγίζουν πέρδικες. Ηχούν κουδούνες. Τα φτερά ακούγονται μακριά.
Με κάθε θόρυβο η ελαφίνα σηκώνει το κεφάλι. Αφουγκράζεται. Κοιτάζει γύρω. Είναι πιστή στο ένστικτό της να προβλέπει και να προφυλάσσεται. Βόσκει ήρεμα, μα τα μάτια της αρχίζουν να φέγγουν. Τα λούζουν ακτίνες από φώτα.
Η ελαφίνα στέκει ανήσυχη. Τραβιέται πίσω. Κουνάει τα αφτιά. Το εκτυφλωτικό λευκό απλώνεται μπροστά της. Αισθάνεται μυρωδιά βενζίνης.
Ο κινητήρας μουρμουρίζει μονότονα. Το ζώο παγώνει, ακινητοποιημένο από το φως. Ακούγονται βρισιές. Καταλαβαίνουν πως έχουν πατήσει τις πρόκες του Χάντερ.
Το δάσος ακόμη δεν έχει κοιμηθεί τον βαθύ του ύπνο. Η Ελαφίνα το διασχίζει σχεδόν πετώντας. Σταματάει για λίγο σε κάτι κλαριά. Αφουγκράζεται στους χτύπους της καρδιάς της και στους ανθρώπινους ήχους που σιγοσβήνουν.
Είναι έμπειρη. Έχει επιβιώσει και σε άλλες ενέδρες. Τολμάει να γεννήσει στο παλιό νεκροταφείο. Να ζήσει εκεί. Ανάμεσα στα σκοτεινά χόρτα, τα πορτρέτα από πορσελάνη ασπρίζουν σαν οστά. Πρόσωπα γερόντων, νεαρής γυναίκας, παιδιού, άντρα με μουστάκια. Εδώ και χρόνια δεν περνάει κανείς. Ακόμα και κυνηγός δεν έχει περάσει πολύ καιρό.
Η ελαφίνα χάνεται στο κοιμητήριο. Το μικρό της την περιμένει. Εδώ βρίσκει τρυφερό χορτάρι. Η βρόμη, το γαλακτώδες καλαμπόκι, το σιτάρι, δίνουν περισσότερη δύναμη, μα είναι σε επικίνδυνα κι απόμακρα μέρη.
Το μικρό κουρνιάζει δίπλα της και κοιμάται τον πιο γλυκό του ύπνο. Πόσα θέλει μια μάνα; Τροφή για να κατεβάσει γάλα κι ένα δύσβατο κρησφύγετο. Και λίγη ζεστασιά κάτω απ’ τα αστέρια για να χαλαρώσει και να χαρεί τη στιγμή.


Κορυφή
 Προφίλ  
 
 Θέμα δημοσίευσης: O Μάγκας
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε: Πέμ Απρ 24, 2008 7:14 pm 
Άβαταρ μέλους

Εγγραφή: Δευτ Μαρ 17, 2008 12:19 pm
Δημοσιεύσεις: 39
O Μάγκας


Μια φορά,την δεκαετία του 60, μια θεία μου βρήκε σε ένα κουτί ,
κάπου στον Πειραιά, ένα σκυλάκι έτοιμο να τα κακαρώσει ,
το λυπήθηκε , το πήρε , το τάισε ,αλλά σε λίγες μέρες
θα έφευγε για Αμερική οπότε το έδωσε στον πατέρα μου ,
αυτός δεν διακρινόταν για φιλοζωικά αισθήματα παρόλα αυτά
το πήρε στην Ικαρία με το πλοίο της γραμμής. Το σκυλάκι ,
μεγάλωσε , το βάφτησαν "μάγκα" , και αποδείχθηκε πάρα πολύ
κυνηγιάρικο και πανέξυπνο.

Ήταν ο καλύτερος φύλακας του κοπαδιού ο καλύτερος φύλακας
το βράδυ στο κοτέτσι έναντι των ατσίδων , ο καλύτερος
θυρωρος του σπιτιού , όποιος πλησίαζε στα 200 μέτρα ο μάγκας
ειδοποιούσε με συγκεκριμένο γαύγισμα και όταν ο επισκέπτης ήταν
άγνωστος το γαύγισμα ήταν άλλο , επίσης κατά παράξενο τρόπο
αντιλαμβανόταν τους ανεπιθύμητους επισκέπτες , δηλαδή αυτούς
που ο παπους ή η γιαγιά βαριόταν να δέχωνται για επίσκεψη
και άλλα πολλά.

Όταν κυνηγούσαν την πρώτη πέρδικα την έπιανε και την έτρωγε
ο μάγκας ,και μόνο αφού χόρταινε ,σου έφερνε την δεύτερη.
Συνήθως ο κυνηγός πυροβολεί την πέρδικα και ο σκύλος
αναλαμβάνει να σε οδηγήσει στην χτυπημένη πέρδικα
η οποία έχει πέσει στα 200-300 μέτρα μακρυά σου μέσα σε χόρτα.
Δηλαδή αν δεν έχεις σκύλο , πετυχαίνεις την πέρδικα αλλά δεν
την βρίσκεις ποτέ .
Ο μάγκας λοιπόν έτρεχε προς την πέρδικα αλλά οταν έφτανε εκεί
ο παπούς ή ο θείος ,που κηνυγούσαν, έβρισκαν μόνο φτερά και κόκαλα
και τον μάγκα να μασάει , στην δεύτερη πέρδικα ,ο μάγκας χορτάτος γαρ,
την παρέδιδε στους κυνηγούς.

Η ζωή ήταν υπέροχη στο σπίτι με τον μάγκα , κάθε μέρα είχε και ένα
καινούργιο κόλπο να κάνει , καινούργια εξυπνάδα , θυμάμαι τον παπού μου
που την δεκαετία του 80 είχε πολλά να θυμηθεί από την ζωή του αλλά όταν
μιλάγαμε για τον μάγκα ήταν το κάτι άλλο

Κάποια μέρα ο πατέρας μου παντρεύτηκε και ο σκύλος μόλις είδε
την μητέρα μου την συμπάθησε τόσο πολύ που μόλις τελείωνε την
δουλειά του ,είτε στο κοπάδι είτε από κυνήγι , έφευγε ,
πήγαινε 8 χιλιόμετρα μακριά στο σπίτι των γονιών μου και αν
δεν έβρισκε εκεί την μητέρα μου έφευγε άλλα 4-5 χιλιόμετρα
και πήγαινε στο πατρικό σπίτι της μάνας μου ... όταν την
έβρισκε έκανε πραγματικό γλέντι , χοροπηδούσε για ώρες
και δεν έφευγε μέχρι να καταλάβει ότι έχει αργήσει ....
βέβαια η μάνα μου τον τάιζε τα καλύτερα μεζεδάκια και
το "αίσθημα" φούντωνε καθημερινά.

Ολα άλλαξαν όταν η μητέρα μου έμεινε έγκυος σε μένα .
Κατ αρχάς απέφευγε το σκύλο για κανόνες υγιεινής .
Ο σκύλος έδειχνε και την απογοήτευση και την απορία του
για την αλλάγή της συμπεριφοράς .
Όταν η μανα μου μπήκε στο ταξί στις ράχες που θα την
πήγαινε στο λιμάνι για να έρθει αθήνα για τοκετό ,
ο Μάγκας γαύγιζε και έτρεχε πίσω από το αυτοκίνητο
για πάρα πολλά χιλιόμετρα , μάλιστα έκοβε δρόμο και πήγαινε
από μονοπάτια για να είναι διαρκώς κοντά ή μπροστά από το αυτοκίνητο.
Η μάνα μου από ότι μου λέει δάκρυζε ... anyway

Επέστρεψε μετά από κάμποσο καιρό η μαμά με ένα θείο βρέφος (εμένα) στην Ικαρία.
Και φυσικά ο μάγκας ήταν εκεί και την περίμενε ...
Φυσικά η μαμα και το θείο βρέφος , για λόγους υγιεινής, δεν έπρεπε
να ερχονται σε επαφή με τον μάγκα .
Ο μάγκας ζήλευε αφόρητα , γιατί ενω πριν η μάνα μου απλά ως έγκυος
τον απεφευγε , τώρα έβλεπε ο σκύλος να βάσταει ένα άλλο πράγμα (sic εμένα)
μέσα σε πάνες και σεντόνια και έβλεπε ότι όλη η οικογένεια είχε
προσανατολισθεί αλλού ...

Ο μάγκας έζησε ακόμη ,δυστυχισμένος, μερικούς μήνες ακόμα, ούτε έτρωγε πέρδικες ,
το γαύγισμά του όταν έβλεπε ξένους ήταν πιό λυπημένο , ούτε κυνηγούσε
σωστά το κοπάδι , ούτε φύλαγε αποτελεσματικά το κοτέτσι
(μια μέρα μπήκε ατσιδα στο κοτέτσι και έκανε τις κότες να ! )
Εγώ έμεινα χωρίς φρέσκα αυγά για πολύ καιρό και δε βαριέσαι .

Τέλος πάντων ,ο σκύλος πέθανε με τον καημό ότι η μάνα μου δεν τον θέλει ...
[/u]


Κορυφή
 Προφίλ  
 
 Θέμα δημοσίευσης:
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε: Κυρ Απρ 27, 2008 11:35 am 
Άβαταρ μέλους

Εγγραφή: Παρ Σεπ 14, 2007 9:08 pm
Δημοσιεύσεις: 19
Τοποθεσία: ΘΡΑΚΗ ΡΟΔΟΠΗ
Ο ΜΠΟΥΚ

Ο Μπουκ ήταν ένα καταπληκτικό σκυλί με νοημοσύνη που ξεφεύγει από κάθε φαντασία.Κάτι ανάμεσα από μπαράκι και ψευτοντράτχααρ,με όμορφα μελιά μάτια και μουστάκια πέταλο,σε κοιτούσε διαρκώς με τρόπο που πίστευες ότι κατέγραφε όλες σου τις προθέσεις.

Ζούσε μόνιμα σε μια αγροικία,όπου το αφεντικό του ο μπάρμπα Νίκος ερχόταν και τον τά'ι'ζε μια φορά την εβδομάδα.Ο Μπουκ επιβίωνε με εξαιρετικό τρόπο φροντίζοντας να μοιράζει την τροφή του.Συνήθως έθαβε το ψωμί και τα κόκκαλα που δεν κινδύνευαν να χαλάσουν,Έπαιρνε περατσάδα την παραλία, όταν είχε μπουκαδούρα και έβρισκε οτιδήποτε φαγώσιμο έβγαζε έξω το κύμα.Οταν καμιά φορά η τουφεκιά 'έλιωνε' το ορτύκι,αυτός το έτρωγε κατευθείαν με τις ευλογίες του αφεντικού του.

Ήταν ένας καυτός Αύγουστος το 1968.Η κάψα και η άπνοια έκανε τα πουλιά στο κλουβί να λιποθυμούν!Γύρω στις τέσσερις το μεσημέρι μου λέει ο πατέρας μου-Πετάξου να δεις δίπλα,ζει ο μπαρμπα-Νίκος;

Πήγα και τον βλέπω πάνω σε δυο μαδέρια από παράθυρο σε παράθυρο για να ελπίζει σε κάποιο ρεύμα που θα τον δρόσιζε,Κατέβηκε σαν καλικάντζαρος φορώντας ένα παλιό μακρύ σώβρακο πήρε τη στάμνα με το νερό και βγήκαμε έξω στα σκαλοπάτια για κουβέντα να περάσει το απομεσήμερο.Ο Μπουκ καθόταν στη ρίζα μιας αχλαδιάς που είχε σκάψει ένα λάκκο για να βρίσκει υγρασία και έκανε πως κοιμόταν.Σε μια στιγμή σηκώθηκε, πήγε δίπλα στη στέρνα και πήρε στο στόμα του ένα κομμάτι κουραμάνας.Φανταστήκαμε ότι θα άρχιζε να το ροκανίζει και ετοιμαστήκαμε ασυναίσθητα να το παρακολουθήσουμε ακούγοντας το γνωστό κρακ-κρακ!Αυτός όμως ξαναπήγε με το ψωμί στο στόμα του κάτω από την αχλαδιά που ήταν η κουρούπα με το νερό του και αφού πέταξε μέσα το ψωμί,ξανακάθισε με τα μάτια μισόκλειστα δίπλα στη σκιά.

-Το μετάνιωσε,είπα στον μπαρμπα-Νίκο.
Δεν πρόλαβα να τελειώσω την κουβέντα,ο Μπουκ ξανασηκώθηκε πήρε το ψωμί μουσκεμένο και μαλακό και άρχισε να το τρώει.Σκάσαμε στα γέλια.Γυρίζει ο μπαρμπα-Νίκος με θαυμασμό για το σκύλο του και μου λέει στα αρβανίτικα για να δώσει έμφαση:

-Το βλέπεις;Άμα στο έλεγα εγώ, θα λέγατε πάλι ψέματα λέει ο μπαρμπα-Νίκος…
Ο Μπουκ ήταν ένα από τα πιο συντροφικά σκυλιά που γνώρισα,ήταν ένας άνθρωπος με μορφή σκύλου.Ο μπαρμπα-Νίκος αρρώστησε και πήρε μαζί του το σκυλί στην πόλη.Έμαθα αργότερα από τα παιδιά του ότι αφότου πέθανε το αφεντικό του το σκυλί έζησε ένα μήνα ακόμη!


Κορυφή
 Προφίλ  
 
 Θέμα δημοσίευσης:
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε: Δευτ Απρ 28, 2008 11:34 am 
Άβαταρ μέλους

Εγγραφή: Παρ Μαρ 14, 2008 3:27 pm
Δημοσιεύσεις: 1346
Τοποθεσία: ΑΘΗΝΑ
O ΜΠΡΟΥΝΟ ΗΤΑΝ ΕΝΑ ΕΠΑΝΙΕΛ ΑΣΠΡΟ-ΜΑΥΡΟ ΟΜΟΡΦΟ,ΓΕΡΟΔΕΜΕΝΟ ΑΛΛΑ ΑΠΟ ΤΑ ΣΚΥΛΙΑ ΠΟΥ ΚΥΝΗΓΟΥΣΑΝ ΚΑΤΑ ΠΕΡΙΣΤΑΣΗ.ΔΗΛΑΔΗ..ΥΠΗΡΧΑΝ ΗΜΕΡΕΣ ΠΟΥ ΤΟΝ ΕΛΥΝΕΣ ΚΑΙ ΕΤΡΙΒΕΣ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ ΚΑΙ ΗΜΕΡΕΣ ΠΟΥ ΕΙΤΕ ΤΟΝ ΕΛΥΝΕΣ ΕΙΤΕ ΟΧΙ ΗΤΑΝ ΤΟ ΙΔΙΟ ΚΑΙ ΑΥΤΟ!ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΑ ΚΟΥΤΑΒΑΚΙ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΝΑΘΡΕΨΕ Η ΚΥΡΑ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΧΑΔΙΑ,ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΛΗ ΠΟΛΛΗ ΑΓΑΠΗ.ΣΕ ΗΛΙΚΙΑ ΔΥΟ ΚΑΙ ΚΑΤΙ ΧΡΟΝΩΝ Ο ΑΤΙΘΑΣΟΣ ΚΑΙ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑΡΗΣ ΜΠΡΟΥΝΟ,ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΑ ΑΝΩΡΙΜΟΣ ΟΣΑΝ ΠΕΝΤΕ ΜΗΝΩΝ ΚΟΥΤΑΒΙ ΣΥΝΕΧΙΖΕ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΖΗΜΙΕΣ ΚΑΙ ΑΤΑΞΙΕΣ.ΑΠΟ ΚΥΝΗΓΙ;ΑΣΤΑ ΝΑ ΠΑΝΕ...ΜΙΑ ΚΥΝΗΓΟΥΣΕ ΚΑΙ ΔΥΟ ΞΕΚΟΥΡΑΖΟΤΑΝ.ΗΤΑΝ ΟΜΩΣ ΜΕΛΟΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΟΥΤΕ ΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟΝ ΔΙΩΞΩ.ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΜΕΝΟΣ ΠΛΕΟΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΤΟΥ,ΑΦΟΥ ΕΙΧΑ ΚΑΝΕΙ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΠΛΗΣΗ ΕΓΚΕΦΑΛΟΥ ΣΤΗΝ ΓΥΝΑΙΚΑ,ΤΟΝ ΧΑΡΙΣΑ ΣΕ ΕΝΑ ΓΕΙΤΟΝΟΠΟΥΛΟ,ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΙΧΕ ΜΑΖΙ ΜΕ ΕΝΑ ΦΙΛΟ ΤΟΥ, ΚΑΤΙ ΣΕΤΕΡΑΔΕΣ ΣΕ ΕΝΑ ΚΟΥΜΑΣΙ ΣΤΟ ΣΧΙΣΤΟ,ΤΡΟΜΕΡΑ ΖΩΑ.ΤΟΝ ΗΘΕΛΕ ΓΙΑ ΑΠΟΡΤΙΑΡΗ.ΤΟ ΣΚΥΛΙ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΑΦΕΝΤΙΚΟΥ ΟΜΩΣ ΑΛΛΑΞΕ.ΕΡΕΥΝΟΥΣΕ ΚΑΙ ΚΥΝΗΓΟΥΣΕ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΑΠΟ ΟΤΙ ΜΑΖΙ ΜΟΥ.ΤΟΝ ΕΒΓΑΖΕ ΜΟΝΟ ΤΟΥ ΑΛΛΑ ΤΟΝ ΕΙΧΕ ΚΑΙ ΝΑ ΜΑΖΕΥΕΙ ΤΙΣ ΤΣΙΧΛΕΣ.ΕΝΑ ΒΡΑΔΥ ΤΟΥ ΓΕΝΑΡΗ ΔΥΟ,ΤΡΙΑ ΓΥΦΤΑΚΙΑ ΠΗΔΗΣΑΝ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΚΟΥΜΑΣΙ ΜΕ ΣΚΟΠΟ ΝΑ ΒΟΥΤΗΞΟΥΝ ΤΑ ΣΚΥΛΙΑ.Ο ΜΠΡΟΥΝΑΚΟΣ ΑΡΧΙΣΕ ΝΑ ΓΑΥΓΙΖΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΤΡΙΧΑ ΟΛΟΡΘΗ ΣΑΝ ΓΟΥΡΟΥΝΟΣΚΥΛΟ.ΑΠΟ ΟΤΙ ΜΟΥ ΕΙΠΑΝ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΕΤΑ ΕΚΑΝΕ ΣΑΜΑΤΑ ΔΥΝΑΤΟ,ΤΟΣΟ ΠΟΥ ΑΝΑΣΤΑΤΩΘΗΚΑΝ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΒΓΗΚΑΝ ΝΑ ΔΟΥΝ ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ.ΕΚΠΛΗΚΤΟΙ ΑΝΤΙΚΡΙΣΑΝ ΕΝΑ ΓΥΦΤΟΠΟΥΛΟ ΣΚΑΡΦΑΛΩΜΕΝΟ ΣΤΑ ΣΥΡΜΑΤΑ ΝΑ ΦΩΝΑΖΕΙ ΠΡΟΣ ΒΟΗΘΕΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΜΠΡΟΥΝΟ ΓΑΝΤΖΩΜΕΝΟ ΣΤΟ ΜΙΣΟΚΑΤΕΒΑΣΜΕΝΟ ΠΑΝΤΕΛΟΝΙ ΤΟΥ!ΤΑ ΣΑΓΟΝΙΑ ΤΟΥ ΕΙΧΑΝ ΚΛΕΙΣΕΙ ΚΑΙ ΔΕΝ ΤΟ ΑΦΗΝΕ ΜΕ ΤΙΠΟΤΑ.ΑΨΗΦΟΥΣΕ ΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΚΛΟΤΣΙΕΣ ΕΙΣΕΠΡΑΤΤΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΦΙΛΟΔΟΞΟ ΑΛΛΑ ΕΝΤΡΟΜΟ ΚΛΕΦΤΑΚΟ.ΜΕ ΤΑ ΠΟΛΛΑ ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ ΕΚΑΝΑΝ ΤΣΑΚΩΤΟ ΤΟ ΑΘΙΓΓΑΝΑΚΙ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΝΤΡΟΜΟ ΤΟΥΣ ΟΜΟΛΟΓΗΣΕ ΑΒΙΑΣΤΑ ΠΟΥ ΕΙΧΑΝ ΚΑΤΑΛΗΞΕΙ 2-3 ΑΠΟ ΤΑ ΣΕΤΤΕΡ ΠΟΥ ΠΡΟΛΑΒΑΝ ΝΑ ΒΟΥΤΗΞΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΤΟΥ.ΥΣΤΕΡΑ ΑΠΟ ΛΙΓΟ ΤΑ ΖΩΑ ΓΥΡΙΣΑΝ ΣΤΟ ΚΟΥΜΑΣΙ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΟΤΕ Ο ΜΠΡΟΥΝΟ ΑΠΟΛΑΜΒΑΝΕ ΤΙΜΕΣ ΚΑΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΗ ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ.ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΕΦΥΓΕ ΞΑΦΝΙΚΑ ΚΑΙ ΜΕ ΤΡΟΠΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΞΙΖΕΙ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑ ΖΩΟ ΠΡΙΝ ΛΙΓΟ ΚΑΙΡΟ.ΕΦΑΓΕ ΦΟΛΑ ΣΕ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΣΤΗΝ ΚΩΠΑΙΔΑ.ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΣΤΕΝΟΧΩΡΗΘΗΚΑΝ,ΕΓΩ ΕΣΚΑΣΑ ΚΑΙ Ο ΑΔΕΡΦΟΣ ΜΟΥ ΚΑΙ Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΟΥ ΔΕΝ ΤΟ ΕΧΟΥΝ ΜΑΘΕΙ ΟΥΤΕ ΚΑΙ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ....ΦΙΛΕ ΜΠΡΟΥΝΟ ΕΥΧΟΜΑΙ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΕΣΑΙ ΝΑ ΠΕΡΝΑΣ ΚΑΛΑ.ΚΑΙ ΑΝ ΠΟΤΕ ΣΥΝΑΝΤΗΘΟΥΜΕ ΜΗ ΜΟΥ ΚΡΑΤΗΣΕΙΣ ΜΟΥΤΡΑ.ΘΕΛΩ ΝΑ ΤΡΕΞΕΙΣ ΚΑΙ ΝΑ ΠΕΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΜΟΥ ΟΠΩΣ ΕΚΑΝΕΣ ΑΠΟ ΜΙΚΡΟΣ,ΝΑ ΞΑΠΛΩΣΟΥΜΕ ΚΑΙ ΝΑ ΚΥΛΗΘΟΥΜΕ ΣΤΟ ΓΡΑΣΙΔΙ ΟΠΩΣ ΣΟΥ ΑΡΕΣΕ.ΣΥΓΝΩΜΗ ΦΙΛΕ ΠΟΥ ΔΕ ΜΠΟΡΕΣΑ ΝΑ ΣΕ ΚΡΑΤΗΣΩ....ΝΑ ΞΕΡΕΙΣ ΟΤΙ ΑΚΟΜΗ ΤΟ ΕΧΩ ΒΑΡΟΣ ΜΕΣΑ ΜΟΥ.....ΔΕΝ ΘΑ ΣΕ ΞΕΧΑΣΩ ΠΟΤΕ.ΘΑ ΕΙΣΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΤΟΣ!ΟΧΙ ΣΑΝ ΚΥΝΗΓΟΣ...ΑΛΛΑ ΣΑΝ ΦΙΛΟΣ!!


Κορυφή
 Προφίλ  
 
 Θέμα δημοσίευσης:
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε: Δευτ Απρ 28, 2008 11:53 am 
Άβαταρ μέλους

Εγγραφή: Δευτ Απρ 09, 2007 11:13 pm
Δημοσιεύσεις: 920
Τοποθεσία: Αττικη
teocharis.koytsoympas έγραψε:
O ΜΠΡΟΥΝΟ ΗΤΑΝ ΕΝΑ ΕΠΑΝΙΕΛ ΑΣΠΡΟ-ΜΑΥΡΟ ΟΜΟΡΦΟ,ΓΕΡΟΔΕΜΕΝΟ ΑΛΛΑ ΑΠΟ ΤΑ ΣΚΥΛΙΑ ΠΟΥ ΚΥΝΗΓΟΥΣΑΝ ΚΑΤΑ ΠΕΡΙΣΤΑΣΗ.ΔΗΛΑΔΗ..ΥΠΗΡΧΑΝ ΗΜΕΡΕΣ ΠΟΥ ΤΟΝ ΕΛΥΝΕΣ ΚΑΙ ΕΤΡΙΒΕΣ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ ΚΑΙ ΗΜΕΡΕΣ ΠΟΥ ΕΙΤΕ ΤΟΝ ΕΛΥΝΕΣ ΕΙΤΕ ΟΧΙ ΗΤΑΝ ΤΟ ΙΔΙΟ ΚΑΙ ΑΥΤΟ!ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΑ ΚΟΥΤΑΒΑΚΙ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΝΑΘΡΕΨΕ Η ΚΥΡΑ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΧΑΔΙΑ,ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΛΗ ΠΟΛΛΗ ΑΓΑΠΗ.ΣΕ ΗΛΙΚΙΑ ΔΥΟ ΚΑΙ ΚΑΤΙ ΧΡΟΝΩΝ Ο ΑΤΙΘΑΣΟΣ ΚΑΙ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑΡΗΣ ΜΠΡΟΥΝΟ,ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΑ ΑΝΩΡΙΜΟΣ ΟΣΑΝ ΠΕΝΤΕ ΜΗΝΩΝ ΚΟΥΤΑΒΙ ΣΥΝΕΧΙΖΕ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΖΗΜΙΕΣ ΚΑΙ ΑΤΑΞΙΕΣ.ΑΠΟ ΚΥΝΗΓΙ;ΑΣΤΑ ΝΑ ΠΑΝΕ...ΜΙΑ ΚΥΝΗΓΟΥΣΕ ΚΑΙ ΔΥΟ ΞΕΚΟΥΡΑΖΟΤΑΝ.ΗΤΑΝ ΟΜΩΣ ΜΕΛΟΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΟΥΤΕ ΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟΝ ΔΙΩΞΩ.ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΜΕΝΟΣ ΠΛΕΟΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΤΟΥ,ΑΦΟΥ ΕΙΧΑ ΚΑΝΕΙ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΠΛΗΣΗ ΕΓΚΕΦΑΛΟΥ ΣΤΗΝ ΓΥΝΑΙΚΑ,ΤΟΝ ΧΑΡΙΣΑ ΣΕ ΕΝΑ ΓΕΙΤΟΝΟΠΟΥΛΟ,ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΙΧΕ ΜΑΖΙ ΜΕ ΕΝΑ ΦΙΛΟ ΤΟΥ, ΚΑΤΙ ΣΕΤΕΡΑΔΕΣ ΣΕ ΕΝΑ ΚΟΥΜΑΣΙ ΣΤΟ ΣΧΙΣΤΟ,ΤΡΟΜΕΡΑ ΖΩΑ.ΤΟΝ ΗΘΕΛΕ ΓΙΑ ΑΠΟΡΤΙΑΡΗ.ΤΟ ΣΚΥΛΙ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΑΦΕΝΤΙΚΟΥ ΟΜΩΣ ΑΛΛΑΞΕ.ΕΡΕΥΝΟΥΣΕ ΚΑΙ ΚΥΝΗΓΟΥΣΕ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΑΠΟ ΟΤΙ ΜΑΖΙ ΜΟΥ.ΤΟΝ ΕΒΓΑΖΕ ΜΟΝΟ ΤΟΥ ΑΛΛΑ ΤΟΝ ΕΙΧΕ ΚΑΙ ΝΑ ΜΑΖΕΥΕΙ ΤΙΣ ΤΣΙΧΛΕΣ.ΕΝΑ ΒΡΑΔΥ ΤΟΥ ΓΕΝΑΡΗ ΔΥΟ,ΤΡΙΑ ΓΥΦΤΑΚΙΑ ΠΗΔΗΣΑΝ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΚΟΥΜΑΣΙ ΜΕ ΣΚΟΠΟ ΝΑ ΒΟΥΤΗΞΟΥΝ ΤΑ ΣΚΥΛΙΑ.Ο ΜΠΡΟΥΝΑΚΟΣ ΑΡΧΙΣΕ ΝΑ ΓΑΥΓΙΖΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΤΡΙΧΑ ΟΛΟΡΘΗ ΣΑΝ ΓΟΥΡΟΥΝΟΣΚΥΛΟ.ΑΠΟ ΟΤΙ ΜΟΥ ΕΙΠΑΝ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΕΤΑ ΕΚΑΝΕ ΣΑΜΑΤΑ ΔΥΝΑΤΟ,ΤΟΣΟ ΠΟΥ ΑΝΑΣΤΑΤΩΘΗΚΑΝ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΒΓΗΚΑΝ ΝΑ ΔΟΥΝ ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ.ΕΚΠΛΗΚΤΟΙ ΑΝΤΙΚΡΙΣΑΝ ΕΝΑ ΓΥΦΤΟΠΟΥΛΟ ΣΚΑΡΦΑΛΩΜΕΝΟ ΣΤΑ ΣΥΡΜΑΤΑ ΝΑ ΦΩΝΑΖΕΙ ΠΡΟΣ ΒΟΗΘΕΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΜΠΡΟΥΝΟ ΓΑΝΤΖΩΜΕΝΟ ΣΤΟ ΜΙΣΟΚΑΤΕΒΑΣΜΕΝΟ ΠΑΝΤΕΛΟΝΙ ΤΟΥ!ΤΑ ΣΑΓΟΝΙΑ ΤΟΥ ΕΙΧΑΝ ΚΛΕΙΣΕΙ ΚΑΙ ΔΕΝ ΤΟ ΑΦΗΝΕ ΜΕ ΤΙΠΟΤΑ.ΑΨΗΦΟΥΣΕ ΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΚΛΟΤΣΙΕΣ ΕΙΣΕΠΡΑΤΤΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΦΙΛΟΔΟΞΟ ΑΛΛΑ ΕΝΤΡΟΜΟ ΚΛΕΦΤΑΚΟ.ΜΕ ΤΑ ΠΟΛΛΑ ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ ΕΚΑΝΑΝ ΤΣΑΚΩΤΟ ΤΟ ΑΘΙΓΓΑΝΑΚΙ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΝΤΡΟΜΟ ΤΟΥΣ ΟΜΟΛΟΓΗΣΕ ΑΒΙΑΣΤΑ ΠΟΥ ΕΙΧΑΝ ΚΑΤΑΛΗΞΕΙ 2-3 ΑΠΟ ΤΑ ΣΕΤΤΕΡ ΠΟΥ ΠΡΟΛΑΒΑΝ ΝΑ ΒΟΥΤΗΞΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΤΟΥ.ΥΣΤΕΡΑ ΑΠΟ ΛΙΓΟ ΤΑ ΖΩΑ ΓΥΡΙΣΑΝ ΣΤΟ ΚΟΥΜΑΣΙ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΟΤΕ Ο ΜΠΡΟΥΝΟ ΑΠΟΛΑΜΒΑΝΕ ΤΙΜΕΣ ΚΑΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΗ ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ.ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΕΦΥΓΕ ΞΑΦΝΙΚΑ ΚΑΙ ΜΕ ΤΡΟΠΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΞΙΖΕΙ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑ ΖΩΟ ΠΡΙΝ ΛΙΓΟ ΚΑΙΡΟ.ΕΦΑΓΕ ΦΟΛΑ ΣΕ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΣΤΗΝ ΚΩΠΑΙΔΑ.ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΣΤΕΝΟΧΩΡΗΘΗΚΑΝ,ΕΓΩ ΕΣΚΑΣΑ ΚΑΙ Ο ΑΔΕΡΦΟΣ ΜΟΥ ΚΑΙ Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΟΥ ΔΕΝ ΤΟ ΕΧΟΥΝ ΜΑΘΕΙ ΟΥΤΕ ΚΑΙ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ....ΦΙΛΕ ΜΠΡΟΥΝΟ ΕΥΧΟΜΑΙ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΕΣΑΙ ΝΑ ΠΕΡΝΑΣ ΚΑΛΑ.ΚΑΙ ΑΝ ΠΟΤΕ ΣΥΝΑΝΤΗΘΟΥΜΕ ΜΗ ΜΟΥ ΚΡΑΤΗΣΕΙΣ ΜΟΥΤΡΑ.ΘΕΛΩ ΝΑ ΤΡΕΞΕΙΣ ΚΑΙ ΝΑ ΠΕΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΜΟΥ ΟΠΩΣ ΕΚΑΝΕΣ ΑΠΟ ΜΙΚΡΟΣ,ΝΑ ΞΑΠΛΩΣΟΥΜΕ ΚΑΙ ΝΑ ΚΥΛΗΘΟΥΜΕ ΣΤΟ ΓΡΑΣΙΔΙ ΟΠΩΣ ΣΟΥ ΑΡΕΣΕ.ΣΥΓΝΩΜΗ ΦΙΛΕ ΠΟΥ ΔΕ ΜΠΟΡΕΣΑ ΝΑ ΣΕ ΚΡΑΤΗΣΩ....ΝΑ ΞΕΡΕΙΣ ΟΤΙ ΑΚΟΜΗ ΤΟ ΕΧΩ ΒΑΡΟΣ ΜΕΣΑ ΜΟΥ.....ΔΕΝ ΘΑ ΣΕ ΞΕΧΑΣΩ ΠΟΤΕ.ΘΑ ΕΙΣΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΤΟΣ!ΟΧΙ ΣΑΝ ΚΥΝΗΓΟΣ...ΑΛΛΑ ΣΑΝ ΦΙΛΟΣ!!


Κριμα για το σκυλακι.Ειδες ρε γαμωτο παντα μετανιωνουμε μετα το κακο.

_________________
Alex_Malikoutis


Κορυφή
 Προφίλ  
 
 Θέμα δημοσίευσης:
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε: Τρί Μάιος 20, 2008 10:28 pm 
Άβαταρ μέλους

Εγγραφή: Τετ Απρ 18, 2007 1:55 pm
Δημοσιεύσεις: 787
Τοποθεσία: Αθήνα
Αυτή η ιστορία έστω και ετεροχρονισμένη αξίζει.


Παράθεση:

Το κυνήγι του αγριόχοιρου στα βουνά της Δράμας και το τυχαίο συμβάν μεταξύ κυνηγών - κτηνοτρόφων



Το άγριο φονικό στο Αγρίνιο μας βάζει άσχημες σκέψεις. Πού βαδίζει η ανθρωπότητα; Πόση αξία έχει η ανθρώπινη ζωή; Έχω τη γνώμη ότι ο δράστης και ο πατέρας του λογόφεραν και μάλωσαν με τα θύματα. Εξοργίσθηκε ο δράστης.
Θυμήθηκα τα λόγια του αιδεσιμότατου Παπαμάρου από την Μεσούνη: «Ουκ έστιν άνθρωπος όστις οργιζόμενος ουχ αμαρτήσει». Τον θυμό του όμως ο κάθε άνθρωπος τον εκδηλώνει σύμφωνα με τον χαρακτήρα και την ψυχοσύνθεσή του. Ο λογικός άνθρωπος εκδηλώνει τον θυμό του με λόγια και ίσως κάνει ζημιές οι οποίες όμως περιορίζονται σε πράγματα που είναι δυνατόν να αντικατασταθούν. Η διαφορά του λογικού ανθρώπου από τον ανισόρροπο είναι ότι οι πράξεις του δεύτερου δεν έχουν όρια. Με τον ανισόρροπο εξομοιώνεται και ο χρήστης ναρκωτικών. Είναι ικανός να καταστρέψει πράγματα πολύτιμα και αναντικατάστατα, να σακατέψει άλλους ή να αφαιρέσει την ζωή τους. Δεν μετανοεί, αντίθετα ψάχνει και βρίσκει δικαιολογίες για να δικαιολογήσει στον εαυτό του την κτηνώδη πράξη του. Είναι υποκριτής με τους άλλους ώστε αν αποκαλυφθεί η ενοχή του, προσποιείται μετάνοια (με την ορμήνια του δικηγόρου του φυσικά).
Φθάνει ως το τέλος της ζωής του πεπεισμένος ότι οι άτιμες και κτηνώδεις πράξεις του έγιναν με πνεύμα δικαιοσύνης και ότι τα κίνητρά του ήταν σωστά. Υπάρχει όμως ευτυχώς και το αντίθετο αυτών των ανθρώπων. Είναι πράος. Σέβονται τους συνανθρώπους τους και έχουν φόβο Θεού, είτε ονομάζεται Αλλάχ ή Θεός και είναι πιστοί μιας θρησκείας, είτε του χριστιανισμού είτε του ισλάμ ή άλλης. Εξαιρούνται ασφαλώς οι θρησκόληπτοι φανατικοί οπαδοί κάποιας θρησκείας που κακώς ονομάζονται κι αυτοί πιστοί. Σ’ αυτούς η θρησκεία γίνεται αιτία να κάνουν βαρβαρότητες πείθοντας τον εαυτό τους ότι ενεργούν για λογαριασμό του Θεού ή του Αλλάχ.
Το περιστατικό αυτό είναι πραγματικό. Οι διάλογοι δεν είναι δυνατόν να αποδοθούν σα να ήταν μαγνητοφωνημένοι. Θα προσπαθήσω όμως να τους αποδώσω, από αυτά που θυμάμαι, χωρίς να αλλοιωθεί το νόημα.
Πήγαμε στα βουνά της Δράμας για κυνήγι αγριοχοίρου μαζί με φίλο μου. Σταματήσαμε στο βουνό σε μια κτηνοτροφική μονάδα για να ζητήσουμε πληροφορίες. Δύο αδερφοί κτηνοτρόφοι και η γυναίκα του ενός ζούσαν εκεί. Είχαν αγελάδες, πρόβατα, κότες και γουρούνια. Αυτά δεν τα ξεχώριζες από τα άγρια. Η υποδοχή και η περιποίηση ήταν ανώτερη από την παραδοσιακή ελληνική φιλοξενία. Την εξηγήσαμε όταν είδαμε το προσκυνητάρι και μάθαμε ότι ήταν πρόσφυγες από την Καππαδοκία.
Προσφέρθηκε ο ένας να μας οδηγήσει σε μέρος όπου θα σηκώναμε αγριογούρουνα. Γύρω και κοντά στο μαντρί βοσκούσαν τα δικά του γουρούνια τα οποία όμως είχαν λαιμαριά με κουδούνι για να ξεχωρίζουν. Μας πήγε σε άλλη ρεματιά όπου τα σκυλιά σήκωσαν γουρούνια. Πέρασαν πενήντα μέτρα από το καρτέρι μου κι έφυγαν ψηλά προς το βουνό.
Δεν πυροβόλησα από φόβο μήπως ήταν από τα δικά του. Αυτός όμως μας είπε ότι ήταν αγριογούρουνα γιατί τα δικά του δεν τα γαυγίζουν τα σκυλιά και όταν τρομάξουν τρέχουν κάτω προς το μαντρί. Επιστρέφοντας το μεσημέρι στο σπίτι του είδαμε εκεί κοντά σταματημένα δύο αυτοκίνητα από τα οποία κατέβηκαν πέντε κυνηγοί και ετοιμάζονταν για εξόρμηση.
-Μην κυνηγήσετε εδώ κοντά στο μαντρί. Αγριογούρουνα δεν υπάρχουν εδώ γιατί τα κυνηγούν τα σκυλιά μου. Βόσκουν όμως τα δικά μου γουρούνια που μοιάζουν με τα άγρια. Σας παρακαλώ να πάτε στην διπλανή ρεματιά όπου πιστεύω ότι θα βρείτε αγριογούρουνα.
Του αντιμίλησαν άγρια: -Δεν είναι κτήμα σου το βουνό για να μας διώξεις. Θα κυνηγήσουμε όπου θέλουμε. Μη μας ενοχλείς…
-Προσέξτε τότε να μη σκοτώσετε κανένα από τα δικά μου με το κουδούνι.
Πήγαμε στο σπίτι του όπου η ευγενική κυρία μας είχε στρωμένο το τραπέζι. Φάγαμε αφού κάναμε προσευχή και μετά μας σέρβιρε ζεστούς λουκουμάδες με μέλι παραγωγής τους. Ακούσαμε επανωτούς πυροβολισμούς.
-Πάμε να δούμε τι έκαναν αυτοί.
Έδωσε στον αδερφό του το σημειωματάριό του, όπου είχε γραμμένους τους αριθμούς κυκλοφορίας των αυτοκινήτων των κυνηγών και είπε: -Αν αργήσω ξέρεις τι πρέπει να κάνεις!
Ξεκινήσαμε με το αυτοκίνητο οι δύο μας. Ο φίλος μου έμεινε στο σπίτι. Εγώ επηρεασμένος από την αγενή και κακή συμπεριφορά των κυνηγών είχα τον φόβο μήπως έχουμε δυσάρεστη εξέλιξη. Είχαμε μαζί τα όπλα μας. Με εντολή του άφησα το αυτοκίνητο μακριά και πλησιάσαμε πεζοί. Σε απόσταση πενήντα μέτρων μου είπε να μείνω εκεί και να περιμένω. Μου έδωσε να κρατώ και το δικό του όπλο. Έμεινα εκεί κρατώντας απορημένος τα δύο όπλα. Εκείνη την ώρα επέστρεψαν οι κυνηγοί σέρνοντας το γουρούνι που σκότωσαν. Είδαν τον άλλο που τους περίμενε και κοκάλωσαν.
-Το γουρούνι που σκοτώσατε είναι από τα δικά μου. Φορούσε κουδούνι, γιατί το σκοτώσατε; Πού πετάξατε το κουδούνι;
Αυτοί αντιμίλησαν άγρια: -Δεν είχε κουδούνι!
Ισχυρίζονταν ότι ήταν άγριο. Αυτός έφυγε και ακολούθησε το ίχνος που άφησε στο χώμα το γουρούνι όταν το έσερναν. Σε λίγο γύρισε με τον ιμάντα και το κουδούνι που το είχαν κόψει με μαχαίρι οι κυνηγοί και το πέταξαν. Αυτοί ασχολούνταν να βγάλουν τα εντόσθια.
-Πληρώστε μου γρήγορα το γουρούνι μου που σκοτώσατε γιατί αν αργήσω να γυρίσω θα νομίσει ο δικός μου ότι μου κάνατε τίποτα και θα πάρει τηλέφωνο την αστυνομία και το δασαρχείο. Δεν έχει άλλο δρόμο. Θα πέστε στο μπλόκο. Πληρώστε μου το γουρούνι και πάρτε το χωρίς άλλες συνέπειες.
Ηρέμησαν και αποφάσισαν να το πληρώσουν. Έδωσαν τραπεζικό τσεκ επειδή δεν είχαν μαζί τους τόσα χρήματα. Μετά τους κάλεσε στο σπίτι του και τους κέρασε κρασί. Η ατμόσφαιρα έγινε φιλική. Συνετέλεσε βέβαια και το κρασί, αλλά η ευγένεια και η καλή συμπεριφορά της οικογένειας μας επηρέασε όλους. Όταν έφευγα αγόρασα μέλι από την παραγωγή τους. Τον ρώτησα γιατί μου έδωσε να κρατώ και το δικό του όπλο μαζί με το δικό μου όταν νόμισα ότι πήγαινε να μαλώσει μ’ αυτούς που σκότωσαν το γουρούνι του. «Με όπλα στα χέρια δεν λύνουν οι άνθρωποι τις διαφορές τους». Απάντησε. Επιστρέψαμε χωρίς αγριογούρουνο στην Κομοτηνή. Σκέφτομαι ότι εφ’ όσον υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι δεν χάθηκε η ελπίδα για μια μελλοντική κοινωνία γεμάτη αγάπη κι ανθρωπιά.

Φαίδων Ζάμπογλου
Εφημερίδα ο Χρόνος.


Κορυφή
 Προφίλ  
 
 Θέμα δημοσίευσης:
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε: Τρί Φεβ 17, 2009 8:59 pm 
Άβαταρ μέλους

Εγγραφή: Τετ Νοέμ 05, 2008 2:42 pm
Δημοσιεύσεις: 22
Η ΤΣΙΧΛΑ ΚΑΙ ΤΟ ΒΑΤΟΠΟΥΛΙ

ΑΠ. Ι. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΑΚΟΣ

Δημοσιεύτηκε στη Διμηνιαία Επιθεώρηση «ΛΑΚΩΝΙΚΑ», του Συνδέσμου των εν Αττική Λακεδαιμονίων, Αθήνα έτος ΙΓ’, Τ. 73, Ιανουάριος – Φεβρουάριος 1976

Όπως όλοι γνωρίζουμε, ένα από τ' αποδημητικά πουλιά, που επισκέπτονται το χειμώνα την ωραία μας πατρίδα, και ειδικά όταν αρχίζουν να ωριμάζουν οι ελιές, είναι και η «τσίχλα, η κίχλη η ωδική», όπως την αναφέρει η ζωολογία. Σύγχρονα με τις τσίχλες, τουλάχιστον στα ορεινά χωριά του Ταϋγέτου, (Τρύπη, Λογγάστρα κ.λ.π.), εμφανίζεται κι' ένα από τα μικρότερα πουλιά του τόπου μας, το «βατό - πουλάκι», όπως το λένε οι χωρικοί, γιατί περνά τον καιρό του, κρυμμένο πάντα μέσα στα βάτα, κελαηδώντας αδιάκοπα·

Ο κόσμος, την εποχή τουλάχιστον πού ήμουν μικρός, προ εβδομηκονταετίας, φευ, και πλέον, περίμενε πως και πως τον ερχομό της τσίχλας στα χωριά μας, για ν' αρχίσουν το κυνήγι της, οι λίγοι με τις «τσάγκρες» και τα δίκανά τους, (εμπροσθογεμή, με μπαρούτι, στουπιά και σκάγια, μακρύκανα ντουφέκια της εποχής εκείνης), οι περισσότεροι όμως, ανέξοδα και πολύ αποδοτικά, με τα «αγκίστρια».

Τα αγκίστρια αυτά τα έφτιαχναν με τον εξής τρόπο. Κόβανε από γερές λεπτές, ξύλινες βέργες, μικρά ξυλάκια (10-15 πόντους το καθένα), τα οποία από τη μια μεριά, τη λεπτότερη, τα έκαναν μυτερά, και από την άλλη, αφού τα χαράκωναν κατάλληλα, έδεναν καλά μια γερή λεπτή κλωστή (30- 40 πόντους περίπου μάκρος). Οι μεταξωτές ήσαν οι πιο κατάλληλες, για να μη κόβωνται εύκολα. Στην άκρη της κλωστής αυτής έδεναν ένα μικρό μετάλλινο αγκίστρι, σαν κι' αυτά πού χρησιμοποιούν οι ψαράδες, με τα καλάμια και τις καθετές τους.

Καθένας λοιπόν «αγκιστράς», όπως τους έλεγαν, έφτιαχνε ανάλογα από 100 ως 600, η και παραπάνω, τέτοια αγκίστρια, τα οποία έπρεπε να τα δολώση πρώτα, για να τα «ρίξη». Η εργασία αυτή του δολώματος και του «ριξίματος», ακολουθούσε την εξής διαδικασία:

Από την προηγουμένη μέρα ο «αγκιστράς», μάζευε σ' ένα δοχείο τα δολώματα, δηλαδή «σκουλικαντέρες», (μακρυνά σκουλίκια). που αφθονούσαν στα λιπασμένα με ζωικά λιπάσματα χώματα. Τη νύχτα, δυο - τρεις ώρες προτού χαράξη η αυγή, σηκωνόταν από τον ύπνο του, πέρναγε στ' αγκίστρια τα δολώματα, τύλιγε τις κλωστές στο ξυλάκι και με προσοχή τα τοποθετούσε, σειρές-σειρές, σ' ένα κοφίνι, το ένα πάνω στ’ άλλο, για να μη μπερδεύωνται.

Όταν τελείωνε το δόλωμα, ντυνόταν καλά για το κρύο, έπαιρνε το κοφίνι με τ' αγκίστρια, ένα σακούλι για τις τσίχλες που θα έπιανε, και μ' ένα φανάρι τζαμένιο λαδιού, ξεκινούσε για τις τοποθεσίες, που έπρεπε να τα ρίξη, προτού ξημερώση. Οι τοποθεσίες αυτές έπρεπε να είναι κοντά σε τόπους δασωμένους με θάμνους, (κουμαριές κ.λ.π.) κ' ελιές. Για κάθε αγκίστρι, σγάρλιζε το χώμα, μ' ένα μικρό μιστρί, το ίσωνε λίγο, μετά έμπηγε στο έδαφος γερά το ξυλάκι τ' αγκιστριού και τοποθετούσε πάνω στο σγαρλισμένο χώμα το αγκιστράκι με το δόλωμα, στερεώνοντας το σ' αυτό. Το ρίξιμο έπρεπε να έχη τελειώσει, προτού χαράξη η αυγή, με το σκοτάδι δηλαδή, κι' οι αγκιστράδες να έχουν απομακρυνθή από το μέρος των αγκιστριών, γιατί οι τσίχλες με το σβήσιμο του σκοταδιού της νύχτας, πετούσαν στα μέρη αυτά, για να βρουν την τροφή τους και δεν έπρεπε να βρίσκωνται εκεί άνθρωποι, γιατί φοβούνταν κι' έφευγαν.

Οι τσίχλες, προτού μπουν στους θάμνους για να βρουν τροφή, κάθονταν στα ασκεπή μέρη που βρίσκονταν τ' αγκίστρια, για να κοιτάξουν που θα πάνε. Εκεί έβλεπαν το σγαρλισμένο χώμα κι’ επάνω το δόλωμα με τ' αγκίστρια, το τρώγανε κι' έτσι βρίσκονταν πιασμένες σ' αυτό. Όταν ξημέρωνε καλά, οι αγκιστράδες, μαζεύανε τ' αγκίστρια, που σε πολλά απ' αυτά ήσαν πιασμένες τσίχλες. Κάθε αγκίστρι που είχε πιάσει τσίχλα, το έβαζαν στο σακούλι τους. Τα άλλα, αφού τύλιγαν τις κλωστές τους, τα τοποθετούσαν στο κοφίνι, για να τα ξεδολώσουν και να είναι έτοιμα για την εξόρμηση της άλλης ημέρας.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο παγιδεύονταν πολλές τσίχλες, από τις οποίες ελάχιστες επωλούντο, γιατί δεν υπήρχον τότε οι σημερινές μεγαλουπόλεις με τις συγκοινωνίες τους, που απορροφούν τα πάντα, κι' έτσι εφέτος έφθασαν να πουλιούνται οι τσίχλες είκοσι δραχμές η μία! Τότε οι τιμές τους ήσαν εξευτελιστικές και γι' αυτό οι χωρικοί τις επάστωναν, τηγανίζοντας τες με λάδι και πορτοκαλόφλουδες και τοποθετώντας τες σε πήλινα κιούπια. Έτσι, διατηρούνταν όλο το χρόνο.

Για το βατοπουλάκι κανένας δεν ενδιαφερόταν, γιατί ήταν τόσο μικρό, που οι χωρικοί γελούσαν για τις αδιάκοπες κινήσεις και φλυαρίες του. Στο χωριό μου, (Τρύπη), οι γέροντες έλεγαν τότε το παρακάτω ανέκδοτο, (μύθο), για την τσίχλα και το βατοπουλάκι, κατά την παμπάλαιη συνήθεια όλων των Ελλήνων, να συσχετίζουν κάθε ζώο μ' ένα μύθο. Η τσίχλα, έλεγαν, ήταν κόρη κάποιου πλουσίου και στολιζόταν με πολλά στολίδια, ήταν δε πολύ ακατάδεκτη και υπερήφανη. Επίσης και το βατοπουλάκι ήταν κάποτε ένας νέος ψευτο-παληκαράς, που είχε μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του και κυνηγούσε τις αρχοντοπούλες. Ο Θεός όμως, βλέποντας τα ελαττώματά τους αυτά, τα μεταμόρφωσε: την πρώτη σε τσίχλα και το δεύτερο στο μικρότερο και πιο φλύαρο πουλάκι. Συχνά λοιπόν τα δυο αυτά πουλιά, εκεί στους λόγγους που ζούνε, με τα κελαηδήματά τους, λένε τα παρακάτω λόγια, πού δείχνουν τα ελαττώματά τους.

Το βατοπουλάκι λέγει στη τσίχλα:
-Τσίχλα - τσίχλα κακαδή
-και μωρή Ρεμπουκλιδού
-πάρε μένα για γαμπρό!

Η τσίχλα απαντά:
-Σένα βρε να κάνω ‘γώ γαμπρό
πούν' το πόδι σου κοντό!
Κι’ απ' το φόβο σου δεν βγαίνεις
'πό το βάτο το πυκνό!

Το βατοπούλι θίγεται και λέγει κομπαστικά:
-Μένα μωρ' είναι το πόδι μου κοντό;
-Που πατώ στη γης και τρίζει
-Και στο δέντρο και ραγίζει,
Κι' η θωριά μου όλους φοβίζει;!

Και γι’ απόδειξι, βγαίνει απ' τα βάτα, κάθεται σ' ένα σβώλο χώμα και λέει δυνατά:
-Που είστε αητοί Πετρίτες
ελάτε να παλαίψουμε!

Κατά κακή του τύχη όμως, εκείνη τη στιγμή έπεσε πάνω του μια σκιά κάποιου πουλιού που πετούσε από επάνω του, κι’ αυτό την πέρασε για πουλί που είχε ορμήσει να το φάγη και τόσο πολύ φοβήθηκε, που τσακίστηκε να χωθή κάτω από το σβώλο, όπου καθότανε. Όλα τα γύρω πουλιά γέλασαν για το φόβο του, αλλά το βατοπουλάκι, μόλις είδε ότι χάθηκε ο φανταστικός του εχθρός, ανέβηκε πάλι στο σβώλο και, τινάζοντας τα φτεράκια του για να πέσουν τα χώματα, είπε στα πουλιά :

«Τι να του κάνω που έτυχε μπροστά μου αυτός ο σβώλος! και δεν μπόρεσα να τον αρπάξω, για να γελάση το παρδαλό κατσίκι!».

http://www.mani.org.gr/ithi/tsihla_vatop/ts_vat.htm


Κορυφή
 Προφίλ  
 
 Θέμα δημοσίευσης:
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε: Σάβ Μαρ 28, 2009 5:05 pm 
Άβαταρ μέλους

Εγγραφή: Σάβ Μαρ 28, 2009 2:30 pm
Δημοσιεύσεις: 35
Με Τους Λύκους...



Γεννημένη σε χρόνια αλλιώτικα, που οι άνθρωποι μίλαγαν αργά, κοίταζαν βαθιά και τα χιόνια βασίλευαν εννιά μήνες το χρόνο, στη Μακεδονία. Χριστίνα την έλεγαν, μα όλοι χρησιμοποιούσαν την πιο χαδιάρικη εκδοχή του ονόματος, Χριστίνκα, και εν κατακλείδι Τίνκα.

Εκείνη τη χρονιά που γεννήθηκε η Τίνκα έκανε ένα κρύο ιστορικό, πρωτόφαντο και για τότε ακόμα. Είχαν κατέβει, λένε, οι λύκοι και έκοβαν βόλτες στις αυλές των σπιτιών, τόσο τους εξαγρίωσε η πείνα, ήταν και οι πόλεμοι που μαίνονταν στα βόρεια σύνορα της χώρας. Οι μικρομάνες δεν ξεκόλλαγαν από τις κούνιες των νεογέννητων. Μία που ξεχάστηκε στα χωράφια για λίγο, γύρισε και βρήκε τη σαρμανίτσα να χάσκει και να κουνιέται δίχως βρέφος... της το πήραν οι λύκοι.

Τα είχε ακούσει όλα αυτά η μάνα της Τίνκας, μα ήταν γυναίκα θαρρετή, δεν τρόμαζε από τέτοιες «γυναικείες αλαφρομάρες».

Την είχε γεννήσει ένα χειμωνιάτικο πρωινό, ολομόναχη στο λόγγο. Για ξύλα κίνησε να πάει...

-"Όσο να σαλέψει ο ήλιος θα γυρίσω", είπε στις άλλες πάνω απ' τον ώμο της και μετά τη κατάπιε η λευκότητα του χιονιού και το ξεροβόρι.

Σκαρφάλωσε ως το λόγγο που είχαν σωριασμένα τα ξύλα, τα δεμάτιασε, τα έδεσε και λίγο πριν τα ζαλικωθεί να κατέβει πάλι στη θαλπωρή της φωτιάς, ένιωσε τα πρώτα σημάδια της πρόωρης γέννας. Κούρνιασε σε ένα θάμνο, ακούμπησε τη ράχη στο δεμάτι τα ξύλα, οπλίστηκε με υπομονή και έκλεισε τα μάτια ιδρώνοντας. Δεν ήταν δα και η πρώτη φορά, εννιά γέννες έβγαλε πέρα, τις μέτραγε μια μια μαζί με τις ωδίνες ψιθυρίζοντας...

-"Το '02 τον Χρήστο στο Καϊμακτσαλάν, με τη Ρουσσώ να αφαλοκόβει..."

-"Το '03 την Ιουλία στο Μπέλες μοναχή μου..."

Ώρες μετά κοίταζε τον ουρανό κάθιδρη ικετεύοντας...

-"Ένα χέρι Θε μου, δε βρίσκεται για μένα ένα χέρι σήμερα; Έλεος. Ένα χέρι να με κόψει, να με λυτρώσει. Έλεος Θε μου".

Με τα απομεινάρια της αντοχής της την έβγαλε στον κόσμο την Τίνκα, μια εξώθηση μουγκρίζοντας... έδεσε το λώρο και συμμάζεψε το νιογέννητο όπως-όπως, πάντα είχε μαχαίρι πάνω της... έγειρε πίσω λυτρωμένη απ' τον πόνο που ώρες την όργωνε... λιποθύμησε.

Ξύπνησε από φωνές γυναικών. Ανησύχησαν που άργησε τόσο, βγήκαν και τη γύρευαν στα ρουμάνια, την είδαν κάτωχρη να κείτεται, άρχισαν να σκούζουν.

-"Σωπάστε, δεν έχω ανάγκη", τις αποστόμωσε.

Κάνει έτσι στο πλάι της, πουθενά το βρέφος. 'Αδειασε ο νους της. Σταγόνες αίμα πάνω στο χιόνι... το μάλλινο μαντήλι που τύλιξε το μωρό άφαντο κι αυτό... έπιασε το κεφάλι και ψιθύρισε χαμένη... «οι λύκοι... μου την πήραν οι λύκοι...».

Φτάνοντας στο σπίτι γονάτισε στα εικονίσματα, έκλαψε, δάρθηκε μόνη της... Ξημέρωνε, λυσσομάναγε ο βοριάς έξω, κι άξαφνα πάγωσε το αίμα στο κορμί... ένα μακρόσυρτο ΟΥΥΥυυυ... κι ανάκατα μ' αυτό κι ένας λυγμός... σα βογκητό, σαν επίκληση. Πετάχτηκε στο παραθύρι της, δυό σκούρες κηλίδες ξάκρισε μέσα στα σκότη, είδε τον ένα όγκο να απομακρύνεται κιόλας κατά το βουνό και τον άλλον ακίνητο, ή σχεδόν, μέσα στην αυλή, λεκές πάνω στο χιόνι.Φτεροκόπησε η καρδιά της, «σπλάχνο μου» φώναξε και χίμηξε στην πόρτα.

Το πώς κατάφερε να ζήσει η Τίνκα μετά από τέτοιες πρόωρες περιπέτειες, «μόνο οι λύκοι ξέρουν να το πουν».

Πέρασαν χρόνια, μεγάλωσε η μικρή, μα πάντα τη τύλιγε μια αύρα απόκοσμη, ένας αέρας κρυμμένος στις κινήσεις, στο βλέμμα της. Με μια ομορφιά από κείνες που παλιώνουν όμορφα χωρίς να φθείρονται, μεγάλωνε, μέστωνε.

Κι όμως, κανείς δε τη ζήτησε, πολλοί τη ποθούσαν, πολλών τον ύπνο τάραζαν εκείνα τα μάτια τα υγρά με το νωχελικό βλέμμα, μα κανείς δεν έφτανε να μιλήσει στον πατέρα της. Κι αν κανένας, στα ελάχιστα περάσματά της από τη πλατεία, αποτολμούσε να πει κάτι για τις χάρες της, κάποιος βρισκόταν να του αποκριθεί «δεν είναι για μας ετούτη... κρατάει από λύκου γενιά».

Πικραίνονταν η μάνα της, ήξερε καλά πως αυτή έφταιγε για τα παρανόμια που άκουγε η κόρη της. «Εγώ φταίω, η κοκώνα μου πέρασε την πρώτη της νύχτα με τους λύκους κι όχι στην αγκαλιά της μάνας της. Καμώθηκα τη γενναία και της έβγαλα τ' όνομα».

Μόνο η Τίνκα δεν έδειχνε να ενοχλείται από τίποτα, ζούσε θαρρείς έξω και πάνω από όσα αφορούσαν τους άλλους γύρω της, άλλα ήταν αυτά που την τάραζαν, που τη δονούσαν εκείνη.

Περνούσε τη μέρα της μεγαλώνοντας τα μικρότερα αδέρφια της, κι όταν τα μεγαλύτερα άρχισαν να παντρεύονται ένα ένα και να κάνουν με τη σειρά τους τα δικά τους παιδιά, ανέλαβε σιωπηλά να τα αναθρέψει αυτή. Επικοινωνούσε με τα παιδιά χωρίς πολλά λόγια, με τις εύγλωττες σιωπές των ματιών της. Να προσθέσουμε εδώ ότι η μάνα της πέθανε και στο μεταξύ ο πατέρας της ξαναπαντρεύτηκε.

Ήρθαν, κατά συνέπεια κι άλλα αδέρφια, ετεροθαλή, μεγάλωνε η οικογένεια κι οι φροντίδες της. Εκείνη, η Τίνκα, σιωπούσε. Δούλευε στο σπίτι, έγνεθε, έπλεκε. Κι όταν ήθελε να πάρει τον αέρα της, έβγαινε στην ξώθυρα και έψαχνε με τα μάτια τον πατέρα. «Εγώ πάω...» ψιθύριζε... και κοίταζε κατά το δάσος μπροστά της...

Το που πήγαινε δεν της το ρώταγαν ποτέ... μήπως κι αν τη ρώταγαν θα αποκρίνονταν..; Χανόταν για λίγο και όταν ξαναγύριζε κουβαλούσε στα μάτια κι άλλο θάμπος, κι άλλο παράπονο... Κανείς ποτέ δε τόλμησε να τη κατηγορήσει για ανήθικη κι ας μεγάλωναν τότε όλες οι συνομήλικές της κλεισμένες στα κονάκια μην ακουστεί το όνομά τους όσο να τις «συβαστεί» κάποιος, να τις λογοδέσει δηλαδή με υπόσχεση γάμου. Η Τίνκα ήταν άτρωτη, αλώβητη.

Κόντευε να θεωρηθεί δεδομένο ότι θα μείνει ανύπαντρη. Αν και ήταν ολωσδιόλου ασυνήθιστο αυτό για εκείνη την εποχή, κανείς δε φαινόταν να ξαφνιάζεται, σαν αναπόφευκτη μοίρα την δεχόταν όλοι αυτή την ηθελημένη παρθενία για την Τίνκα.

Ώσπου ήρθαν οι κυνηγοί, όπως γινόταν κάθε χρόνο. Κάποιος απ' αυτούς έκατσε στην πλατεία κραδαίνοντας επιδεικτικά το γεμάτο κεμέρι του και ρώτησε ποιά είναι η ρούσα που κελαηδάει αντί να μιλάει. Κι όταν του είπαν να εξηγηθεί είπε πως στα μέσα λημέρια του δάσους είδε μια μακρυμαλλούσα να κάθεται στο ξέφωτο, στο χείλος ενός ξεροπήγαδου και να τραγουδά στα σλάβικα ένα τραγούδι, ένα τραγούδι τόσο καλόηχο που σώπαιναν τα πουλιά.

Μαγεύτηκαν, λέει, τα κυνηγόσκυλά του και πήγαν κι έκατσαν στα πόδια της υποταγμένα. Κι όταν εκείνος ζύγωσε και τη ρώτησε τίνος είναι (λες και θα ήξερε αν του έλεγε τη γενιά της) εκείνη κάτι ψέλλισε... σαν «του λύκου..» του ακούστηκε, μα δεν έπαιρνε κι όρκο.

Και ήταν λέει τέτοια η φωνή της, σα λυγμός, σαν ωδή, σαν κάτι... κι όσο τα εξιστορούσε αυτά ο κοκκινομάλλης κυνηγός, λες κι έλιωναν τα μάτια του, κλιμακωτά τον κατέλαβε συγκίνηση εκλεκτή κι όσο να καταλάβουν οι άλλοι για ποιάν τους λέει τόση ώρα, εκείνος έμοιαζε να καίγεται, να λαμπαδιάζουν τα μάτια του, ν' αχνίζει.

Τον έχασαν για καιρό, ώσπου άξαφνα μια μέρα στην πλατεία κόσμος και χλαλοή και φασαρία σπάνια για χειμώνα... κατέφτασε ο κοκκινομάλλης κυνηγός μ' ένα ασκέρι άντρες και ρώταγε πού είναι το σπίτι της ρούσας... κι όσο να του εξηγήσουν οι πιο τολμηροί (είχε μια όψη μοβόρικη... ή μήπως αιμορραγούσα...;), όσο να τον κατευθύνουν, λοιπόν, είδαν κι έπαθαν οι σύντροφοί του να τιθασέψουν τα φαριά τους. Πήγε κι έριξε χωρίς κουβέντα στα πόδια του πατέρα της ένα πουγκί τριζάτο, έλαμψε το δώμα λένε σαν το άνοιξε ο γερο-Μάρκος, λίρες ένα σωρό για τα μάτια της Βελουδένιας τους.

Δεν το περίμενε κανείς, «αυτό κι αν ήταν κεραυνός εν αιθρία», η Τίνκα σώπασε όπως πάντα, μα πήγε κι έκατσε δίπλα στον κυνηγό, κλίνοντας ελαφρά το κεφάλι, σαν το πουλί που παραδίνεται στον ίσκιο του γερακιού που χαμηλώνει.

Η μικρότερη αδερφή της που την είχε σα μάνα την Τίνκα, ήταν η μόνη που αποκότησε να τη ρωτήσει κι ας ήταν πολύ μικρή για τέτοιες κουβέντες γυναικείες. Σίμωσε στην ποδιά της Τίνκας κάποια ώρα που εκείνη σκάλιζε τη φωτιά και της είπε...
-«Τον θες εσύ αυτόν...;»

-«Είναι κυνηγός» είπε εκείνη, έτσι όπως μια άλλη θα έλεγε είναι όμορφος ή είναι πλούσιος... κι αυτή ήταν σχεδόν η μόνη κουβέντα που 'πε όσο να ετοιμάσει τα λίγα προικιά της, να τα φορτώσουν στα άλογα και να κινήσει το καραβάνι. Τελευταία κουβέντα του πατέρα της προς τον κυνηγό... «τον άλλο μήνα θα 'ρθουμε να σας ιδούμε, αν αφήσουν τα χιόνια».

Κι έτσι χάθηκε η Τίνκα από τα πυκνά τα δάση της πατρίδας της. Απόμειναν τα ξέφωτα ατραγούδιστα, τα ρουμάνια απερπάτητα. Λένε πως εκείνον το χειμώνα οι λύκοι ξανακατέβηκαν ως την πλατεία κι έσκουζαν όπως και τη χρονιά που γεννήθηκε η Τίνκα, κι αυτό τους δυνάμωσε τη σκοτεινή υπόνοια πως είναι από λύκου γενιά. Πολλοί απ' αυτούς, μυστικά, ανάσαναν με ανακούφιση που απαλλάχτηκε το χωριό από έναν τέτοιο «βαρύ ίσκιο».

Όσο για κείνη, σε τίποτα δεν άλλαξε την όψη ούτε και τα φερσίματά της. Απλά σαν πάντα, εξήγησε στον κυνηγό πως δε θέλει παιδιά κι εκείνος απόμεινε να σκέφτεται, έφυγε και μεθοκόπησε δυο νύχτες με το ασκέρι του. Ήταν πλούσιος, δεν είχε ανάγκη να δουλεύει ολημερίς όπως οι πολλοί, πιο πολύ στο κυνήγι ήταν παρά στο μόχθο τον καθημερινό, είχε κι ένα σωρό αδέρφια μικρότερα που όριζαν τα καθημερινά και τον απάλλασσαν.

Σαν γύρισε μετά το μεθύσι εκείνο, άρχισε να ετοιμάζεται πάλι για εξόρμηση πολυήμερη στα γύρω βουνά. Το μόνο που της είπε ήταν... «ας μην είχες τέτοια φωνή, τέτοια μάτια... στο πατέρα σου θα 'σουνα τώρα πάλι». Και ξανά δεν έκαναν κουβέντα για παιδιά.

.....................................................................................................................
Ετούτα εδώ που λέω έφτασαν ως εμένα σα παραμύθι των παιδικών μου χρόνων, μόνο που ο παππούς μου, κάθε φορά που ρωτούσα τι απέγινε στο τέλος η Τίνκα, σώπαινε.

Όσο ήξερε να στολίζει τις εκφράσεις της και να θυμάται τα λόγια της απαράλλαχτα... «η Τίνκα τότε είπε έτσι, η Τίνκα έπειτα έκανε αλλιώς», άλλο τόσο ήξερε να σωπαίνει κάθε φορά που τον ρώταγα πώς τελειώνει το παραμύθι της Τίνκας.

Χρόνια αφού ο παππούς πέθανε, οι πηγές μου και οι μνήμες μου σκεπάστηκαν από καινούργια χρώματα... βρέθηκα σ' ένα χωριό για το γάμο ενός ξαδέρφου. Πρώτη φορά που βρισκόμουνα εκεί. Ευκαιρία περισσότερο ήτανε να δω συγγενείς και φίλους που σπάνια μπορούσα να βρω έτσι συγκεντρωμένους.

Μετά την κλασική λειτουργία της Κυριακής και μέχρι να έρθει η ώρα για το μυστήριο βγήκα να περπατήσω στην πλατεία. Ένα γύρω οι γερόντοι στο καφενείο, κουτσόπιναν τη ρακή τους και ξόμπλιαζαν τις χάρες του χωριού σε μας τους μουσαφιραίους από την πόλη. Πρόσεξα έναν γερόλυκο με γαλανά μάτια, σαρακατσάνος κι αυτός, ήξερα πως είμαστε σόι, με κοίταζε επίμονα μισοκλείνοντας τα μάτια του. Έκατσα κοντά του κι εκείνος αναδεύτηκε στην καρέκλα να με δει καλύτερα.

-"Τι κάνεις πάππου; Με ξέρεις; Του Χρήστου του Αποστολάκη η αγγονιά ειμαι, η Μαίρη".

-"Η Μαριγώ του Χρήστου; Αμ, πως δε σε ξέρω! Σ' είχε ο παππούς σου πέρδικά του"!

Έτσι έγιναν οι πρώτες συστάσεις. Όσο μιλούσαμε για τον παππού μου, που τον είχα σαν πατέρα μου κι ο χαμός του πονούσε ακόμα σαν φρέσκια πληγή, έτσουζε, με κρατούσε η παρέα του γέροντα. Σαν άρχισε εκείνος να μου λέει τα δικά του ομολογώ πως άρχισα να πλήττω κι έψαχνα αφορμή να απομακρυνθώ. Αργούσε και ο γάμος, να μαζευτούν οι παλιοί μου φίλοι, τα ξαδέρφια. Σηκώθηκα και διέσχισα την πλατεία.

-"Για που το 'βαλες;" με ρωτάει ο γέροντας. Κάτι μουρμούρισα δείχνοντας προς μια τυχαία κατεύθυνση. Αλλιώτικος έδειχνε ή ήταν ιδέα μου; Είδα μια παράξενη λάμψη στα θολωμένα από τη ρακή μάτια του.

-"Πας να δεις το λάκκο";

-"Ποιο λάκκο";

-"Το Λάκκο της Τίνκας".

-"Τι ειν' αυτό;" είπα. Αμέσως όμως όλοι οι συναγερμοί κι οι συνειρμοί πήραν φωτιά. Τίνκα... μου 'χε στοιχειώσει το μυαλό αυτό το όνομα... πόσα χρόνια πριν...; Εικοσιπέντε; Τριάντα;

-"Από πού θα πάω για το Λάκκο;" ρώτησα τρέμοντας.

-"Μαζί θα πάμε... καρτέρει να σηκωθώ..." αναστέναξε. "Εεεχ, έρμα χρόνια, έρμα..."

Περπατώντας δίπλα του με βήματα ασταθή, ήθελα και δεν ήθελα να πάω, να μάθω. Η ιστορία εκείνη που την είχα για ένα παραμύθι χωρίς τέλος, ένα από τα μασλάτια των παλιών για να ξεγελούν τα παιδιά να κοιμηθούν, ζωντάνευε σήμερα μπροστά μου. Έπαιρνε αν όχι σάρκα και οστά... τουλάχιστον χώρο δράσης. Έβλεπα να απομακρυνόμαστε από τα τελευταία σπίτια και σκεφτόμουνα... εδώ περπάταγε κι η Τίνκα όταν έβγαινε σεργιάνι, από τούτα τα κλαριά κάτω έσκυβε να διαβεί...

Σκόρπιες εικόνες άρχισαν να με κατακλύζουν όσο τον άκουγα να μου λέει για κείνην. Καλά καλά δεν μπορούσα να ξεχωρίσω ποιές εικόνες ήταν από τις διηγήσεις του παππούλη μου και ποιές ήταν δικές μου αναμνήσεις, θαμπές αλλά ακόμα δονούμενες μέσα μου... Ο γέροντας εκείνη την ώρα μου 'λεγε για τη μοναξιά της Τίνκας στο ξένο μέρος που παντρεύτηκε, πώς πέρναγε τη μέρα της φτιάχνοντας όμορφα, άχρηστα πράγματα από ξύλο, τα χάριζε στα παιδιά... «ένα τέτοιο ξύλινο μαχαίρι έκανε και για το Χρήστο, τον παππούλη σου... της πηγαίναμε κράνα και μύγδαλα κι αυτή μας έδινε ξύλινα ζωάκια...»

...Το μαχαίρι με την ξύλινη λαβή του παππού μου, με το λύκο σκαλισμένο στο ξύλο, περήφανο, αγέρωχο, και ξύλινος που ήταν δεν ήταν για λύπηση. Πόσα μήλα δε μου 'χε καθαρίσει εκείνο το παλιό μαχαίρι...

Θυμήθηκα ένα βράδυ... δε θα 'μουνα πάνω από οχτώ χρονών... είχα ξυπνήσει τρομαγμένη από όνειρο, βαριανάσαινα ακόμα όταν είδα στο μισοσκόταδο τον παππού να με ζυγώνει...
-«Τι είναι τρυγόνα μου; σκιάχτηκες; σύχασε, όνειρο ήταν και πάει... να εδώ...» κοιτάζω... κρατούσε το μαχαίρι, βουτηγμένη η λάμα του στο μέλι, ακόμα το θυμάμαι πώς κυλούσε στο μέταλλο. Παλιά, παγανιστική δοξασία ήταν η κίνησή του να μου δώσει να γλύψω μέλι πάνω σε μαχαίρι, να κόψει το φόβο η μεταλλική λάμα και να γλυκάνει τον ύπνο το μέλι. Ακόμα όταν τρώω μέλι, έχω στο στόμα τη γεύση του κρύου μετάλλου...

Δισταχτικά, τρεμάμενα, άρχισα να βολιδοσκοπώ το γέροντα, να μάθω ποιές οι αλήθειες και ποιές οι φαντασίες του παππού μου σ' αυτό το γαϊτανάκι της Τίνκας. Όλα αλήθεια ήταν, δεν ήταν μουραπάδες γεροντίστικοι τα περίεργα σουσούμια της κυράς εκείνης.

Βγαίνοντας από το χωριό για τα καλά πλέον, είδα πως το τοπίο άλλαζε. Περάσαμε από περιβόλια... (-«Δικό σου είναι τούτο, δεν το κουμαντάρισες ούτε 'συ ούτε ο αδερφός σου κι ήρθα εγώ και φύτεψα κερασιές, θα σου στείλω πέρα το Θεριστή αν είμαι ζωντανός να τρως να με θυμάσαι»)... φτάσαμε σ' ένα τόπο παράξενο.

Πανύψηλα δέντρα, απόρησα πώς δεν φαίνονταν από το χωριό τέτοια θερία δέντρα. Ο γέροντας, που ως εκείνη την ώρα μου μιλούσε για τα δέντρα και τα χωράφια του, σώπασε απότομα. Λαχάνιασα κι εγώ. Από το περπάτημα; Από δέος; Λιγοψύχησα. Ήταν κι εκείνο το φως του ήλιου που φιλτράρονταν τόσο από τις ψηλές φυλλωσιές... δεσμίδες μόνο έφταναν ως το έδαφος... μισοσκόταδο μέρα μεσημέρι... κι εκείνο το σκούρο σκούρο πράσινο χορτάρι που σκέπαζε βήματα και θορύβους...

«Ώρα είναι τώρα να δω και τον Πάνα να τριποδίζει πουθενά» είπα μέσα μου, περισσότερο για να ξεχάσω το φόβο που μου 'σφιγγε την ανάσα, μα ήταν πραγματικά μυστηριακό το τοπίο, οι Νύμφες έλειπαν μοναχά.

Στο βάθος διέκρινα ένα ξέφωτο. Ένα στεφάνι θαρρείς από δέντρα που άνοιγαν στη μέση για να αφήσουν χώρο σε μια πυκνότατη χλόη να κυριαρχήσει. Στη μέση του ξέφωτου, κορώνα στην κώμη του πράσινου, ένας σωρός πέτρες... όχι... όχι πέτρες, το χείλος ενός ξεροπήγαδου ήταν... παλιό πολύ το χτίσιμό του, λίγα λιθάρια ήταν σκόρπια και τριγύρω, ξεριζωμένα από τον παλιό κρόθο του πηγαδιού.

Είδα το γέροντα να κάθεται σ' ένα ξερολίθι και τον μιμήθηκα.

-"Εδώ είναι, τσούπρα μου, ο Λάκκος της Τίνκας. Σαν έφυγε από τον τόπο της κι ήρθε νύφη συβασμένη στα μέρη μας, εδώ ερχόταν και καθόταν. Τραγουδούσε μοναχή της, έκλαιγε, εγώ μια φορά την είδα να κρατάει ένα μαχαίρι και να σκαλίζει ένα κομμάτι ξύλο. Ένα λύκο έφκιανε..."

-"Πως πέθανε παππού; Αυτό θέλω να μάθω!" τον διέκοψα κι ένιωθα έτοιμη να το βάλω στα πόδια αν μου ξανάρχιζε τα ίδια και τα ίδια γνωστά.

-"Πέθανε τάχα; Κανένας δεν ξέρει... Δε σου 'πε ο παππούς σου";

-"Όχι... δεν..." είχε κοπεί η ανάσα μου... άκου πέθανε τάχα...!

Δυσκολεύομαι να περιγράψω την όψη του, λες και κοίταζε κάτι μπροστά του που εγώ όσο κι αν άνοιγα όλο ένταση τα μάτια δεν μου φανερωνόταν… χάθηκε για λίγο στα δικά του και κάποτε δεήσε να μιλήσει.

Είχε κάμει συμφωνία η Τίνκα με το κυνηγό της να μη κάνουν παιδιά. Πέρασαν κάμποσα χρόνια, πέθανε κι ο πατέρας της, αποκόπηκε απ' τη φαμελιά της ολότελα.

Ο κυνηγός εξακολουθούσε πάντα να έχει τη μεγάλη του αγάπη, αυτή που τον έφερε και στα μέρη της Τίνκας, το κυνήγι του. Μια νύχτα ήταν στα ρουμάνια και πάλι, κουρνιασμένος με τ' ασκέρι του σε μια χούνη, ζαρκάδια χάλευαν. Τα περίμεναν να κατέβουν ως την όχθη του ρυακιού να πιούν νερό.

Εκείνος όμως αλλού είχε το μυαλό του... σ' έναν ανεπαίσθητο θόρυβο που 'χε ακούσει από ώρα... οι λύκοι δεν κατεβαίνουν στα χωριά, σκέφτηκε... κι όμως είχε ακούσει ένα μακρινό ουρλιαχτό κατά το σούρουπο.

Χίλιες φορες, στα νυχτερινά αγκαλιάσματά τους, της είχε ζητήσει να σκαλίσει στο ξύλο και τη δική του μορφή.
-«Μόνο ζώα πλάθεις εσύ; Κάνε με κι εμένα αθάνατο με τα δαχτυλάκια σου. Τι τόσο πολύ με τους λύκους, με τα ελάφια, με τα ζαρκάδια; Ο κύρης σου είμαι... και δούλος στη ποδιά σου».
Εκείνη έστρεψε τα μάτια πάνω του, του χαμογέλασε αμίλητη και τον φίλησε στα βλέφαρα.

Και τώρα αυτός παραφυλάει ένα ζαρκάδι και το μυαλό του ιχνηλατεί τους ήχους, εκείνο το ουρλιαχτό που άκουσε ανοιξιάτικα (μεσούντος Απριλίου ) και που ήταν τόσο αταίριαστο με την εποχή, τόσο απίθανο να έχει ακουστεί στ' αλήθεια.

Στο ξέφωτο που παραφύλαγαν για τα ανυποψίαστα ζαρκάδια έφτανε το φως της σελήνης, με μια απόκοσμη απόχρωση, ονειρική. Εκείνος κρυμμένος στις πρώτες φυλλωσιές στην άκρη του ξέφωτου, είχε θέα στην ανοιχτωσιά μπροστά του, αν και το μυαλό του ταξίδευε πάλι.

Κλωθογύριζε στο μυαλό του εκείνη η ευδαιμονία, η πλησμονή στα μάτια της γυναίκας του σα μιλούσε για τους λύκους. Έξαφνα νιώθει τους συντρόφους του να αναδεύονται.

Ξυπνάει από το ονειροταξίδεμά του και στρέφει τα μάτια κατά το ξέφωτο... αυτό που είδε τον άφησε ξέπνοο... μια ομάδα λύκων άρχισε να απλώνεται στη μικρή πεδιάδα μπροστά τους. Οι υπόλοιποι άντρες κοιτάζονταν λες και ρώταγαν με τα μάτια «είναι αλήθεια ετούτο ή ονειρευόμαστε το ίδιο όνειρο;».

Μόνο εκείνος έμοιαζε να το περιμένει, ήταν μάλλον και ο μόνος που ένιωσε, ένιωσε παρά άκουσε, την πρωτινή αλυχτησιά, εκείνη που του είχε φανεί της φαντασίας του.

Παρ' όλο το φόβο ολωνών, το θέαμα ήταν χάρμα οφθαλμών. Πρώτα ήρθε και στάθηκε στη μέση του χώρου, της αυλαίας πες, η λύκαινα, με σκούρο καφέ τρίχωμα και μια ανοιχτόχρωμη λουρίδα κατά μήκος της ράχης της, να γυαλίζει σαν ατλάζι στο κρύο φως της νύχτας. Πίσω της ακολούθησε ο λύκος, με ένα βάδισμα αργό και μεγαλοπρεπές. Σκούρο σταχτί τρίχωμα, σχεδόν μαύρο θα το 'λεγες. Πίσω από τα δυο περήφανα ζώα ακολουθούσε ένα μικρότερο, σβέλτο και ζωηρό, το λυκάκι τους.

Πήγε και στάθηκε δίπλα στη λύκαινα κι εκείνη το χάιδευε με τη μουσούδα της. Το άφηνε να ξεμακρύνει λιγάκι ίσα για να μπορεί να ξανατρέξει και να έρθει να τριφτεί στο κορμί της και πάλι.

Μια λυκο-οικογένεια λοιπόν, αυτό καθόταν άπνοοι και κοίταζαν οι κυνηγοί, μια αγέλη λύκων που έπαιζε κάτω από το κρύο φως της σελήνης. Ένιωθαν και τον κίνδυνο του να γίνουν αντιληπτοί, μα δεν θα άλλαζαν το θέαμα το αποψινό με όποια ασφάλεια και θαλπωρή, αυτό θα είχαν να το λένε ως και στα εγγόνια τους, οι λύκοι να παίζουν κάτω από τη σελήνη... κι αυτοί κρυμμένοι στα φυλλώματα να 'χουν ξεχάσει το χρόνο.

Σε κάμποση ώρα η λύκαινα άλλαξε στάση, έσπρωξε το μικρό της προς τα κει από όπου είχαν έρθει. Εκείνο αντιστάθηκε για μια στιγμή, στράφηκε προς τον λύκο (εκείνος όλη αυτή την ώρα έστεκε σχεδόν ατάραχος και κοίταζε πάνω απ' τη ράχη του με κείνη την εντελώς χαρακτηριστική στάση του-λύκου-που-κοιτά-πίσω)... στο τέλος απομακρύνθηκε χαρωπά, πατώντας στα βήματα της μάνας του.

Ο λύκος απόμεινε μόνος, σήκωσε το κεφάλι αργά... οι άλλοι είδαν το τρίχωμά του να ριγά καθώς οι τρίχες της χαίτης του κινούνταν... κι ακούστηκε πάλι εκείνο το απόκοσμο Ουυυυυυ... πάγωσαν όχι τόσο από φόβο όσο από ζήλια... σκέφτηκαν πως είναι τόση η ομορφιά του και είναι τόσο καθαρά αρσενική, τόσο αμιγώς μοναχική και περήφανη που και λύκος που ήταν, τον λογάριασαν όλοι προς στιγμήν για αντεραστή τους.

Η αδόκητη αιχμαλωσία τους έληξε μάλλον άδοξα. Ο λύκος, αφού επικαλέστηκε το έρεβος με κείνη την ανεκδιήγητη οιμωγή, απομακρύνθηκε αργά, βαριά... κάπως έτσι θα πρέπει να περπατάν αυτοί που πάντα είναι νικητές.

Όσο να γυρίσουν στα σπίτια τους (που μυαλό για ζαρκάδια τώρα πια!), ήταν όλοι σα μαγεμένοι. Ο κυνηγός ζυγώνοντας στο αρχοντικό του έδιωξε τα σκυλιά και έκανε το γύρο της αυλής... πήγε στο πίσω μέρος, εκεί που έβλεπε το παραθύρι της καλής του... εκεί περίμενε πάντα σα γύριζε, ειδοποιημένη απ' τ' αλυχτίσματα των κυνηγόσκυλων η Τίνκα.

Κοίταξε με προσμονή να δει τη μορφή της, εκείνο το απόκοσμο βλέμμα της που του είχε κλέψει την καρδιά χρόνια τώρα... μα ούτε φως στο παραθύρι ούτε η γνωστή φράση της ακούστηκε... «ήρθες αφέντη; καλώς σε».

Κρύο σκοτάδι χύθηκε στα μάτια του... άφαντη η Τίνκα... θυμήθηκε το περπάτημα του λύκου, του νικητή... πώς του ήρθε να τον ονοματίσει νικητή; σε τι τον νίκησε τάχα τον κυνηγό ένας λύκος;

Έκατσε στην εξώθυρα κι έπινε ως το ξημέρωμα... δαυλί έγινε…ήρθε κι ο ήλιος να του δείξει τι άδειο ήταν το αρχοντικό του χωρίς τη γλυκιά παρουσία εκείνης...

Σηκώθηκε και ματακίνησε για το ξέφωτο. Τον είδαν τα αδέρφια του με τα μάτια κόκκινα και απέφυγαν τη ματιά του τρομαγμένα... τους ρώτησε αν είδαν την Τίνκα μα τα ψέματα που του είπαν τον κόρωσαν χειρότερα...

Έφτασε κάποτε στο ξέφωτο. Σαν εφιάλτης έμοιαζε η ζωή του... να ψάχνει τη γυναίκα του στα ρουμάνια... αυτός, ο άρχοντας ο διαλεχτός! Παραφύλαξε ώρες... ώσπου νικημένο το κορμί του έγειρε και παραδόθηκε σ' έναν ύπνο άρρωστο.

Την είδε να του γνέφει όπως κάποιος που κίνησε και γυρισμό δεν έχει πια... λαχτάρησε... και πετάχτηκε ευθύς... είχε νυχτώσει για τα καλά... όπως χτες που κοίταζαν από κει τους λύκους... εφιάλτης.

'Αξαφνα άκουσε θρόισμα στα κλαριά απέναντι... αυτό που είδε τον άφησε άπνοο, με το μυαλό άδειο για λίγα λεπτά...

Η κυρά του, η Τίνκα του... καβάλα στο λύκο... αμαζόνα πρωτόφαντη! Καθόταν με τα πόδια να πέφτουν χαλαρά στο ένα πλάι... λες και καβαλούσε πράο ζωντανό... σίγουρη... βασίλισσα... με τα μαλλιά της λυτά όπως πάντα του άρεσε... να ιριδίζουν κοκκινόξανθα... να τινάζονται οι μπούκλες τους ζωντανές πάνω στα στήθια της... με το κατακόκκινο φόρεμά της και τις μαύρες μπότες που τόσο αγαπούσε.

Ως και το αίμα είχε σταματήσει στο κορμί του... στάθηκε ο λύκος κι εκείνη πάτησε τα πόδια της στο χορτάρι... έμπλεξε τα δάχτυλά της στη χαίτη του, εκεί στο σβέρκο και τον μαύλισε με λόγια ψιθυριστά να την ακολουθήσει. Την κοίταζε να περπατά περήφανα, διέσχισε το ξέφωτο και έκατσε στο χείλος του πηγαδιού, εκεί που ο κυνηγός είχε τόσες φορες ξεδιψάσει. Κι ο λύκος την ακολουθούσε κοιτάζοντας τα λιανά της πόδια και σαν εκείνη έκατσε, ξάπλωσε κι εκείνος μπροστά της κι ακούμπησε το κεφάλι του στη μύτη της μπότας της με τα μάτια κλειστά.

«Σα να 'ναι παντρεμένοι μοιάζουν» σκέφτηκε ο άμοιρος άρχοντας. Κι όταν κατάλαβε τι είπε μέσα του έφριξε ως το μεδούλι... και γρύλισε σα σκυλί... άφρισε.

Ο λύκος τινάχτηκε πριν την Τίνκα... στάθηκε στα πόδια του και με μια δρασκελιά ήρθε μπροστά στον κυνηγό. Η Τίνκα ξέπνοη κοίταζε και δε μίλαγε... «λέγε» της γρύλισε, «εκείνον ή εμένα» κραδαίνοντας το ντουφέκι του. Είπε κι άλλα πολλά, βρωμιές που δε φανταζόταν πως θα τις ξεστόμιζε στην πολυλατρεμένη του... κι εκείνη σώπαινε κι έτρεμε σαν το φύλλο. Περίμενε να ακούσει μια λέξη απ' τα χείλη της... μάταια... και στράφηκε στο λύκο πάλι.

Εκείνος ατάραχος, στυλωμένα τα πόδια του γερά στο χώμα και τα μάτια του κίτρινα, χρυσαφιά, μπηγμένα λες στο θολό βλέμμα του κυνηγού. Μια ατέλειωτη στιγμή ήρθε... ο κυνηγός δέσμιος στο ζεστό, μεταλλικό βλέμμα... η Τίνκα άγαλμα φωτιάς παραπέρα... τι τρίγωνο αλήθεια!

Σαν πέρασε εκείνη η μια στιγμή όλα ήταν αλλιώτικα στην ψυχή του κυνηγού. Έσκυψε το κεφάλι και της είπε:
-«Φύγε, τρέξε, χάσου και μην ξαναφανείς στα μάτια μου»... έπεσε το ντουφέκι από τα χαλαρά του χέρια και γονάτισε με λυγμούς στην υγρή χλόη.

Η Τίνκα αγκάλιασε το λύκο της από το λαιμό και του άφηνε χίλια φιλιά στο ψηλό, ζεστό μέτωπο... ώρα πολλή κι ας είπε ο κυνηγός να βιαστούνε... λόγια αγάπης έβγαιναν σαν παραλήρημα από τα χείλη της... λατρεμένε μου εσύ... δική σου μόνο... η κόκκινή σου θα είμαι μόνο εγώ... μη μου χαθείς... ο κυνηγός έκλεισε με τις παλάμες τα αυτιά του και χάθηκε ουρλιάζοντας ανάμεσα στα δέντρα.

Φάνηκε μετά από καιρό στο αρχοντικό του...έκανε χρόνια να μιλήσει για όσα έγιναν τότε, εκεί στο ξέφωτο. Ήδη όμως ο κόσμος είχε δει πολλά... η Τίνκα γύρναγε στα δάση με το λύκο της... πότε την έβλεπαν να περνά καβάλα, σαν τον άνεμο και πότε να περπατά δίπλα του αγγίζοντας πάντα το δυνατό του σβέρκο... πολλά ήταν τα βράδια που τους είχαν δει να κοιμούνται αγκαλιασμένοι δίπλα στο πηγάδι... εκείνο το ξεροπήγαδο που τώρα κοίταζα κι εγώ...που 'χε παλιώσει πια... και τώρα έγινε ο Λάκκος της Τίνκας. Όχι ο τάφος, όχι...

Μια και όσοι την είδαν όλα αυτά τα χρόνια, σε ένα συμφωνούσαν... σα να μην είχε περάσει μέρα από πάνω της... αγέραστη κι αυτή κι ο σπάνιος σύντροφός της... νέοι και δυνατοί πάντα... οι χαίτες τους να δέρνουν τον άνεμο... τα χείλια της υγρά και ζουμερά... το κορμί στητό και λυγερό... άτρωτοι εν τέλει.

-«Γι' αυτό σου λέω, τσούπρα μου... πέθανε τάχα; Ακόμα έρχεται από κανένας αγγελοκρουσμένος και μας λέει πως τους αντάμωσε στα πέρα λιβάδια, αγκαλιασμένους, την Τίνκα και το λύκο της», έκλεισε τη διήγηση ο γέροντας.

Τι να πιστέψω απ' όλα αυτά, δεν ξέρω... πάντως το μόνο σίγουρο είναι πως έπαψα να φοβάμαι τους λύκους... ίσως και να τους αγαπώ... ίσως τελικά αυτός να 'ναι κι ο λόγος που πριν κλείσω τα μάτια τις νύχτες, γλιστράω το χέρι μου κάτω απ΄το μαξιλάρι και χαϊδεύω το παλιό μαχαίρι... ίσως λέω...

Και κάθε άνοιξη πηγαίνω στα μέρη της Τίνκας, μόνη πάντα... και φοράω κι εγώ ένα κατακόκκινο φουστάνι και μαύρες μπότες...
«Λύκε, λύκε, είσαι εδώ;»


Amarilis Απρίλης 2003



Στην ανεκτίμητη μνήμη του Χρήστου Αποστόλου

για όσα μου 'δωσε και ποτέ δεν ανταπόδωσα.


Κορυφή
 Προφίλ  
 
 Θέμα δημοσίευσης:
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε: Πέμ Ιούλ 09, 2009 1:28 am 
Site Admin
Άβαταρ μέλους

Εγγραφή: Σάβ Μαρ 31, 2007 2:39 pm
Δημοσιεύσεις: 7238
Τοποθεσία: ΑΘΗΝΑ
ΧΩΡΑΤΑ»


Με τον Κυριάκο Πρωάκη

? Oύτε πέρδικας φτερούγισμα?
Κάθε φορά θα βρεθώ με κυνηγούς κι άμα χωρίσομεν, είντα να σας πω! Ανάκατα τα αισθήματά μου? Aφ? τη μια θλίβομαι που σκοτώνουνε τα πουλιά, (θα μου πείτενε κι απέ πότες έγινες οικολόγος;) κι αφ? την άλλη γελώ με τα χοντροκομένα καμώματα τος, που τα πιο πολλά είναι ψέματα, για μεγάλες υπερβολές!
Tην προχτές ηβρέθηκα πάλι στον Kάμπο παρέα με μια δεκαριά κυνηγούς. O μόνος που δεν είχα ιδέα απέ κυνήγι ήμουν εγώ και στο τέλος που ήρτενε ένας άλλος γέρος, ο μπαρμπα Xρήστος .. άκαπνος κι ευτός.
Aπάνω στο πιοτί η κουβέντα ήτανε για το κυνήγι.
- Για λέε μου, Σταμάτη, ηπήες σήμερα;
- Hπήα, μα και που πήα τουφεκιά εν ήριξα!
- Mακάρι, πετιέμαι εγώ με χαιρεκακία? λαού μαλλί να χετενε κάθε μέρα!
- Oυ να μου χαθείς παλιόγερε? τα πουλάκια όμως τα σκουρδουλιάζεις? λε ο Σταμάτης με κακία. Kαι συνεχίζει? Eσύ Nικόλα ήστεσες σήμερα;
- Kι εγώ ήστεσα και το τουφέκι είχα μαζί και τουφεκιά εν ήριξα. Kαι να σας πως και το χειρότερο; Ήρτενε το Δασαρχείο βρίσκει τις βέργες και δυο κλουβιά με φλωροκάναρα παίρνουν τα όλα κι ακόμα γυρεύγουνε τον ιδιοκτήτη!
- Καλά να πάθεις Nικόλα, λέω πάλι εγώ με χαιρεκακία πάλι.
- E? άμε στο διάβολο λε μου τώρα ο Nικόλας ? ε, φτάνουμε η ζημιά να? χω και τις ουριαμάδες σου;?
Ηκατάκατσα κι εγώ κι είπα ότι και να πουνε πια να μην ξαναμιλήσω, μη στο τέλος με τα χωρατά μας παραξηγηθούμενε κιόλας και κακά ψυχρά είμαστενε μια παρέα, χρόνια τώρα που τα βρίσκομενε? Πάντως η κουβέντα απάνω στο κυνήγι ησυνεχίστηνε κι απ? ό,τι ήκουα κανένας εκείνη την ημέρα εν ήχενε κάμει κανένα πουλί κι ας είχανε μερικοί ρίξει κάμποσες τουφεκιές?
Aπάνω στο δεύτερο μισοκάρικο του ρακιού, να σου και μπαίνει μέσα ο Στεφανής, άλλος καμπούσης απέ την Παναγιά την Παχειά και κυνηγός βαρβάτος, με σκύλους και λογιών λογιών πιάστρες των πουλιών, να μην λέμενε και ονόματα? Mαζί του είχενε κι ένανε άγνωστο για όλους μας που ακόμα ηφιόριενε την στολή του κυνηγιού ? χωρίς τουφέκι όμως ήκουσα πως ηλέαν τόνε Λούη, απέ το Λουδοβίκος λε που ήρτενε απέ τη Γαλλία, για λίγες μέρες και ήμενεν στο Στεφανή, μετά τα καλησπερίσματα και ηκάτσετεν και είντα θα πιείτενε» η κουβέντα παλι στο τουφεκίδι?
Ηπήετενε, ήβρετενε ? πόσα ηκάμετενε και τα τέτοια ?
O Λούης, που ηφαίνουνταν πιο ομιλητικός, λε
- Eγώ είμαι άτυχος απέ πάντα μου? και όχι μόνο τούτο, μα είδαμενε και στο δρόμο, το γείτονα το Στραβοστόμη, που πιάνει το μάτι του! Θεέ μου φύλαε? κι ούτε λαού πήδημα, ούτε πέρδικας φτερούγισμα είδα? πάλι καλά που εν ήπαθα και κανα κακό ? ετούτος ? και δείχνει το Στεφανή είναι τυχερός?
- Δηλαδή;
- Aπ? όλα?
- Eίντα απ? όλα βρε Στεφανή, μίλιε κακοχράχεις λε τώρα ο Zαννής που? τανε από φτους που το?συρεν?
- Eγώ ? βρε παιδιά έβγαλα? έβγαλα ? είμαι πολύ ικανοποιημένος ηπήα καλά? πολύ καλά σήμερα!
- Κι είντα βγαλες βρε Στεφανή; φωνάζει τώρα ο Nικόλας με αγανάχτηση!
- Ηβγαλα σας λέω?
- Eτούτος, συμπληρώνει ο Λούης, είπα σας σήμερα είναι ο πιο τυχερός απ? όλους μας.
- Mε τι λογής, βρε Λούη; Θα μιλήσει κανείς σας; φωνάζει ο Zαννής με πιο πολλά νεύρα, με τι λογής είν? τυχερός!
- Mα είπα σας ήβγαλεν πολλά πουλιά!
- Eίντα πουλιά παναθεμά σας, λεν όλοι μαζί αγαναχτησμένοι!
Kι ο Στεφανής παίρνει ύφος επισκόπου, που πα να βγάλει λόγο στην εκκλησιά και λε:
- Ήβγαλα 10 πέρδικες και 10 ορτύκια
- Δέκα πέρδικες και δέκα ορτύκι, λεν μονόφωνα όλοι, εξόν εμένα.
- Ναι? το ξαναλέω ήβγαλα σήμερα 10 πέρδικες και 10 ορτύκια!
- Που, πότε ηγίνανε όλ? αυτά; και με τι λογής τα κατάφερες βρε Στεφανή;
- Στο σπίτι μου, έχω κλωσομηχανή!
Kι όλοι ακόμα κρατούμενε το στόμα μας ανοικτό?!


Κορυφή
 Προφίλ  
 
 Θέμα δημοσίευσης: Re: Κυνηγετικές ιστορίες.
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε: Τρί Αύγ 18, 2009 9:53 am 
Site Admin
Άβαταρ μέλους

Εγγραφή: Σάβ Μαρ 31, 2007 2:39 pm
Δημοσιεύσεις: 7238
Τοποθεσία: ΑΘΗΝΑ
Ένα παραδοσιακό παραμύθι Νοτίου Αφρικής Αφηγήτρια:Έλλη Πασπαλά

Αφιερωμένο σε όσους βλέπουν με τα αυτιά τους και ακούν με την καρδια τους





Κορυφή
 Προφίλ  
 
 Θέμα δημοσίευσης: Re: Κυνηγετικές ιστορίες.
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε: Παρ Μάιος 28, 2010 12:54 pm 
Άβαταρ μέλους

Εγγραφή: Τετ Μαρ 10, 2010 12:57 pm
Δημοσιεύσεις: 150
Τοποθεσία: ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑ - ΑΤΤΙΚΗ
Αναζητώντας, στον πράσινο λόφο

Αγαπητοί μου φίλοι, αναγνώστες και σχολιαστές, σαν πολύ δεν κουραστήκαμε με τις παιδείες, τις γεωμετρίες και τις γλωσσολογίες; Σήμερα σκέφτομαι να πάμε καμιά εκδρομή στη φύση. Μας έχει λείψει τόσο μέσα στο καταχείμωνο και το μουντό έως υγρό αστικό τοπίο. Ακόμα και μέσα από τούτο δω το μηχάνημα, ας το αφήσουμε για λίγο και ας .. εξέλθουμε. Αστειεύομαι, ας γίνει αυτό αφού πρώτα διαβάσετε και σχολιάσετε! Είπαμε, καλή η κοινωνικότητα της πόλης, οι ομαδικές δράσεις, οι συναυλίες, οι χοροί και τα πανηγύρια αλλά χρειάζεται που και που να θυμόμαστε τα χούγια των προγόνων μας – αστικοποιηθέντες βλάχοι γάρ, η πλειοψηφία μας.

Την Κυριακή που μας πέρασε, ο φίλος μου ο Ανδρέας μας πήρε κοντά του για κυνήγι! Σωστά διαβάσατε, δεν μου ξέφυγε η λέξη. Ο Ανδρέας είναι δεινός κυνηγός και .. σεσημασμένος εξολοθρευτής πτηνών όπως τσίχλες, κοτσύφια, μπεκάτσες και άλλα πτεροειδή και συμπαρομαρτούντα του ιπτάμενου ζωικού βασιλείου. Μαζί, στην παρέα, δυο ακόμα φίλοι, ‘συλλεκτικά’ είδη, ο Διονύσης, ασταμάτητη μηχανή χιούμορ και ο Μάρκος (Πόλος) λόγω των ταξιδιών του ανά την υφήλιο, άρτι αφιχθείς από τις εύφορες κοιλάδες της Ανατολίας.

Η έλευση της ομάδας έξωθεν της οικίας μου την ενάτη ώρα πρωινή, σηματοδότησε την έναρξη της εκδρομής. Ανηφορίσαμε για τα λαγκάδια ανοιχτά του Πετροχωρίου, γενέτειρα του Ανδρέα και κυνηγετικό του ορμητήριο. Το βελούδινο άγγιγμα του στην μονόκαννη καραμπίνα του ήταν εγγυητής της επιτυχούς έκβασης της αποστολής. Οι λοιποί τρεις είχαμε επωμιστεί εξόχως σημαντικές αρμοδιότητες. Ο Διονύσης, την μεταφορά αχλαδιών, μανταρινιών και άλλων εσπεριδοειδών. Ο Μάρκος ύψωνε τεράστιο καλάμι για να μην μας χάνει ο Ανδρέας κι εγώ σαν πιο υπεύθυνος, ήμουν ο κουβαλητής των φυσιγγίων του και κάθε είδους κυνηγετικού ανεφοδιασμού (αρμαθιές, γυαλιστικά, έγγραφα).

Η εκκίνηση μας βρήκε να βαδίζουμε κατά μήκος του ποταμού συμμετρικά εμείς και ο επικεφαλής μας, εκτός και επί τα αυτά μέρη, για να διευκολύνουμε το έργο του αρχηγού μας και ακόμα για να διατηρούμε μία απόσταση ασφαλείας χωρίς να μένουμε αμέτοχοι στο παγίδευμα των πτηνών. Προσέχαμε ώστε η οπτική μας επαφή να παραμένει για την αποφυγή τυχόν ατυχημάτων και άλλων ανεπιθύμητων καταστάσεων. Η θέα του τοπίου ήταν απολαυστική, από την μία το πρανές του λόφου, που ισορροπούσε με το πράσινο λιβάδι στην απέναντι όχθη, σαν να συνομιλούσαν με διερμηνέα τον ποταμό.
Ο ήχος των εναρκτήριων τουφεκιών έφτασε στα αυτιά μας, κάτι σαν δυνατός κρότος, ένα πράγμα, παράξενο αλλά το συνηθίσαμε. Το περιφραγμένο αμπέλι μας ανάγκασε να κινηθούμε περιμετρικά χάνοντας την όψη του Ανδρέα για κάμποσο διάστημα. Προτού καν αποκαταστήσουμε ακουστική επαφή μαζί του, τον αντικρίζουμε χαμογελαστό, όπως συνήθως, να μας θωρεί ακίνητος υψώνοντας την λεία του - με ένα σμπάρο, τρία τρυγόνια (τσίχλες ήταν μην παρεξηγηθώ). Η συνέχεια μας βρίσκει να ανηφορίζουμε το λόφο, μέσα από πυκνή βλάστηση από πεύκα, πουρνάρια και λοιπά θαμνοειδή, με τελικό προορισμό ένα σημείο υπερυψωμένο με πανοραμική θέα στο οροπέδιο. Η υγρασία από το ποτάμι σχημάτισε κάτι σαν ατμό, μου φαινότανε. Ο θείος του Ανδρέα ενώθηκε και αυτός στην ομήγυρη, μοιράστηκε μαζί μας, φρούτα, νερό, μας συμβούλεψε, μίλησε για τα σχέδιά του στο κυνήγι του λαγού που είχε ξεμυτίσει μαζί με την σκύλα του. Εν τω μεταξύ ο Μάρκος είχε επιδοθεί στο .. υψηλό λειτούργημα του .. ξεπουπουλιάσματος των τσιχλών, εργασία διόλου εύκολη, απαιτεί ακρίβεια, προσοχή στη λεπτομέρεια και απαλό άγγιγμα στο λεπτό υμένα τους


Προτού αναχωρήσουμε για την επιστροφή, ο αρχηγός μας έδωσε το όπλο του να στοχεύσουμε ένα φρουτοειδές, θα σας γελάσω τι ακριβώς ήταν. Η ομάδα των τριών βοηθών αποδείχθηκε δεκτική στα μαθήματα και την τεχνική και επέτυχε το στόχο με ευκολία με πρώτο και καλύτερο τον Διονύση.

Ο χρόνος κυλάει αμείλικτος, καιρός για το γυρισμό μας. Η ίδια μαγική διαδρομή με την αντίθετη φορά – το μέτρο της απόλαυσης πάντως λειτουργεί μόνο αθροιστικά. Πόσο καιρό λείπαμε, δεν το καταλάβαμε. Κουβέντες, εντυπώσεις ατάκες από μένα και τα παιδιά, μαζί με λίγη κριτική για τους .. αναρχικούς, την .. αστυνομία και όσα επίκαιρα θυμόμαστε – να μην ξεχνιόμαστε έτσι;

Η επιστροφή μας βρήκε να προσεγγίζουμε παραλιακό χωριό πλησίον - η θάλασσα αντικριστά μας στην ταβέρνα που καταλήξαμε. Περιμέναμε και το Θέμη να ενωθεί στην συντροφιά μας πριν αρχίσουμε το γεύμα. Είχε πολλά να μας πει και αυτός από τα ξένα.

http://museum23.blogspot.com/2009/01/blog-post_23.html


Κορυφή
 Προφίλ  
 
 Θέμα δημοσίευσης: Re: Κυνηγετικές ιστορίες.
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε: Σάβ Νοέμ 06, 2010 9:19 pm 
Άβαταρ μέλους

Εγγραφή: Σάβ Νοέμ 06, 2010 8:02 pm
Δημοσιεύσεις: 16
Το λιοντάρι, το τσακάλι και ο άνθρωπος
Από τη Νότια Αφρική


Μια φορά κι έναν καιρό, τον πολύ παλιό καιρό, το Λιοντάρι, ο βασιλιάς της ζούγκλας, και το Τσακάλι, ο μυστικοσύμβουλός του, συναντήθηκαν για να συζητήσουν πώς θα αντιμετωπίσουν τους εχθρούς του βασιλείου. Κάποια στιγμή το Λιοντάρι άρχισε να καυχιέται για τη δύναμή του. «Είμαι το πιο δυνατό και το πιο έξυπνο ζώο», είπε, «μονάχα εγώ αξίζει να είμαι βασιλιάς». Το Τσακάλι πάντα κολάκευε το Λιοντάρι, όμως, αυτή τη φορά, αποφάσισε να του δώσει ένα μάθημα. «Ολα τα ζώα αναγνωρίζουν τη δύναμη και την εξυπνάδα σου», του απάντησε, «όμως, δυστυχώς, υπάρχει ένα ζώο πιο δυνατό από σένα. Το λένε άνθρωπο, και το αρσενικό του, ο άνδρας, έχει πολλά χαρίσματα».

«Πάμε να μου το δείξεις», είπε το Λιοντάρι. «Πρόσεξε, όμως, γιατί αν με κοροϊδεύεις, θα το πληρώσεις ακριβά».

Μπροστά το Τσακάλι πίσω το Λιοντάρι, άρχισαν να περιπλανιούνται στη σαβάνα, αναζητώντας τον άνδρα, το πιο δυνατό ζώο στον κόσμο. Στον δρόμο τους συνάντησαν ένα αγόρι.

«Αυτός είναι ο πανίσχυρος άνδρας;», ρώτησε το Λιοντάρι.

«Οχι», απάντησε το Τσακάλι, «αυτός δεν έχει γίνει ακόμα άνδρας, βασιλιά μου».

Υστερα από λίγο συνάντησαν έναν γέροντα, που βάδιζε με σκυμμένο το κεφάλι, στηριγμένος σ' ένα μπαστούνι.

«Αυτός είναι ο πανίσχυρος άνδρας;», ρώτησε το Λιοντάρι.

«Οχι, βασιλιά μου», απάντησε το Τσακάλι, «κάποτε ήταν πανίσχυρος άνδρας, αλλά δεν είναι πια».

Συνέχισαν να βαδίζουν, ώσπου, σε λίγο, συνάντησαν έναν νεαρό, που είχε βγει με τα σκυλιά του να κυνηγήσει.

«Να τος ο άνδρας, βασιλιά μου», είπε το Τσακάλι. «Αναμετρήσου μαζί του, κι αν τον νικήσεις, τότε είσαι στ' αλήθεια το πιο δυνατό ζώο στον κόσμο».

«Τώρα θα δει με ποιον έχει να κάνει», είπε το Λιοντάρι, ενώ το Τσακάλι έτρεξε να κρυφτεί πίσω από τους θάμνους, για να παρακολουθήσει με ασφάλεια τη μονομαχία Ανθρώπου και Λιονταριού.

Μ' έναν δυνατό βρυχηθμό, το Λιοντάρι όρμησε προς τον κυνηγό, αλλά πριν προλάβει να τον πλησιάσει, τα σκυλιά το περικύκλωσαν. Χωρίς να τους δώσει μεγάλη σημασία, τα παραμέρισε με την πατούσα του και τα σκόρπισε, αλλά αυτά συνέχισαν να γαβγίζουν και να του δείχνουν τα δόντια τους.

Τότε, ο άνδρας πυροβόλησε και χτύπησε το Λιοντάρι στον ώμο. Ούτε τώρα πτοήθηκε το Λιοντάρι και επιτέθηκε στον κυνηγό. Εκείνος, γρήγορος σαν αστραπή, έβγαλε το ατσάλινο μαχαίρι του και χτύπησε με δύναμη το ζώο. Το Λιοντάρι, τρομαγμένο, το έβαλε στα πόδια, ενώ σφύριζαν στ' αυτιά του οι σφαίρες του κυνηγού.

«Τι λες, λοιπόν; Συνεχίζεις να είσαι το πιο δυνατό ζώο στον κόσμο;» ρώτησε το Τσακάλι όταν το Λιοντάρι, λαχανιασμένο, έφτασε κοντά του.

«Οχι, Τσακάλι», απάντησε το Λιοντάρι, «παραχωρώ τον τίτλο μου σ' αυτόν τον -πώς τον είπες;- άνθρωπο. Δεν έχω δει άλλον σαν αυτόν. Στην αρχή έστειλε δέκα από τους σωματοφύλακές του να μου χιμήξουν. Μετά, όταν προσπάθησα να τον πλησιάσω, έφτυσε φωτιά καταπάνω μου. Κι ύστερα, όταν άρχισα να παλεύω μαζί του, ξεκόλλησε από το σώμα του ένα από τα πλευρά του και μ' αυτό με πλήγωσε άσχημα. Για να γλιτώσω τον θάνατο, αναγκάστηκα να το βάλω στα πόδια και τότε άρχισε να μου πετάει καυτές μπάλες που με τσουρούφλισαν. Οχι, Τσακάλι, σ' αυτόν αξίζει ο τίτλος του πιο δυνατού στον κόσμο».

_________________
Anesths


Κορυφή
 Προφίλ  
 
 Θέμα δημοσίευσης: Re: Κυνηγετικές ιστορίες.
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε: Τρί Μάιος 31, 2011 10:44 am 
Άβαταρ μέλους

Εγγραφή: Σάβ Δεκ 06, 2008 9:31 am
Δημοσιεύσεις: 48
Εικόνα

Δημοσιεύτηκε το καλοκαίρι του 1939 στην εφημερίδα «Πρωία»:

*

«-- Πες μας, κυρ Νικολή, πώς σκότωσες με μια τουφεκιά ένα λαγό, μια πέρδικα κι' ένα σκάρο!

-- Πενήντα χρόνια κυνηγάω τις πέρδικες στη Σύρα... τις ξαίρω όλες. Είμαι ο ονομαστός άρχων Νικολής ο περδικάς. Ημουνα ο κυριάρχης του νησιού στις πέρδικες. Ποτές δε μου έτυχε τέτοιο πράμα: να σκοτώσω με μια τουφεκιά ένα ζώο, ένα πουλί κι' ένα ψάρι. Κι εγώ που το συζητάω δεν το πιστεύω. Αλλ' αφού έγινε: Να τ' αφήσω να χαθεί;

-- Πολύ σωστά, φωνάζουν όλοι.

-- Το λοιπόν, που λέτε βρε παιδιά, είχα βγει μαζί με τον υπηρέτη μου το Γιάννη. Ανέβαινα μια πλαγιά. Αξαφνα ακούω έναν κότσο (αρσενικιά πέρδικα) να γελαηδά.

-- Για σημάδεψε το μέρος κι όταν γυρίσουμε τον σκοτώνω.

Στο γυρισμό ξαναλέω του μικρού:

-- Ανθρωποι είμαστε, μπορεί να μην τον πετύχω. Συ να βλέπεις προς πού θα λακήξει: κατά τις φρασκομηλιές ή κατά τα θυμάρια. Κι εγώ ξαίρω κατόπι. Δε θα μου γλυτώσει.

Η πλαγιά ήτανε απότομη κι έπεφτε ίσα στη θάλασσα. Είδα το κεφάλι της πέρδικας μέσα από τα χόρτα. Σημαδεύω. Αδειάζω το όπλο. Το πουλί κατρακύλισε.

-- Πήγαινε πάρ' το, λέγω του μικρού.

Ο μικρός έψαξε εκεί που του είπα και σηκώνει ένα... λαγό.

-- Λαγό σκότωσες, αφεντικό;

-- Οχι, του λέω! Για ψάξε πιο πέρα. Οχι δίπλα. Πιο δεξιά. Να εκεί...

Ο μικρός έψαξε και βρήκε την πέρδικα. Δεν είχα ακόμα συνέρθει κι' ακούω κάτου από τη θάλασσα ένα παιδί, που ψάρευε με το καλάμι: πέρκες, γύλους, σπάρους και κανάκια.

-- Αϊ, μπάρμπα! Τι είνε αυτό που τσαλαβουτά και σπαράζει μέσα στο νερό;

Στέλνω το μικρό να ιδή. Οταν έφθασε, άρχισε να μου φωνάζη από κάτω:

-- Ενα πράμα με κόκκινες και πράσινες βούλλες σπαράζει μέσα στο νερό. Θα 'νε καμμιά άλλη πέρδικα, που θα χτύπησες.

-- Βρε για πέσε μέσα και πιάστο να ιδούμε.

Το παιδί γδύθηκε, έπεσε στη θάλασσα κι έβγαλε ένα σκάρο (ο σκάρος είναι η μπεκάτσα της θάλασσας) τόσον δα, με συμπάθειο... Κι' εγώ που το συζητάω δεν το πιστεύω. Αλλ' αφού έγινε; Να μην το πω;

Κι' η "χορωδία" άρχισε όρθια: "Τα πουλιά που πετούν στον αέρα δεν τα πιάνει κανένας καιρός...".

Ενας άγνωστος σηκώθηκε και πήγε κι' έσφιξε το χέρι του κυρ Νικολή:

-- Σε συγχαίρω, συνάδελφε.

-- Τι! Είστε και του λόγου σας κυνηγός;

-- Οχι! Ψεύτης».


Κορυφή
 Προφίλ  
 


Τελευταίες δημοσιεύσεις:  Ταξινόμηση ανά  
Δημιουργία νέου θέματοςΓράψτε το σχόλιο σας Σελίδα 1 από 2   [ 19 Δημοσιεύσεις ]
Μετάβαση στην σελίδα 1, 2  Επόμενο


Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση: Δεν υπάρχουν εγγεγραμμένα μέλη και 0 επισκέπτες


Δεν μπορείτε να δημοσιεύετε νέα θέματα σε αυτή τη Δ. Συζήτηση
Δεν μπορείτε να απαντάτε σε θέματα σε αυτή τη Δ. Συζήτηση
Δεν μπορείτε να επεξεργάζεστε τις δημοσιεύσεις σας σε αυτή τη Δ. Συζήτηση
Δεν μπορείτε να διαγράφετε τις δημοσιεύσεις σας σε αυτή τη Δ. Συζήτηση
Δεν μπορείτε να επισυνάπτετε αρχεία σε αυτή τη Δ. Συζήτηση

Αναζήτηση για:
Μετάβαση σε:  



Powered by phpBB © 2000, 2002, 2005, 2007 phpBB Group
Mods Βάση δεδομένων
610nm Style by Daniel St. Jules of Gamexe.net

Ελληνική μετάφραση από το phpbbgr.com
phpBB SEO
Portal XL 5.0 ~ Plain 0.2
Create a Forum | Terms of Service | Privacy Policy | Report the forum