Αλλαγή γραμματοσειράς

www.gpeppas.gr

Δημιουργία νέου θέματοςΓράψτε το σχόλιο σας Σελίδα 1 από 3   [ 38 Δημοσιεύσεις ]
Μετάβαση στην σελίδα 1, 2, 3  Επόμενο
Συγγραφέας Μήνυμα
 Θέμα δημοσίευσης: Μικρές Mεγάλες Βιογραφίες
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε: Τρί Μαρ 09, 2010 11:32 am 
Άβαταρ μέλους

Εγγραφή: Δευτ Μάιος 18, 2009 5:38 pm
Δημοσιεύσεις: 363
Τοποθεσία: Αθήνα - Ίλιον
Ευάγγελος Κλωνής



Εικόνα

Είναι ίσως η διασημότερη φωτογραφία του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, τραβηγμένη από τον σπουδαίο Γιουτζίν Σμιθ. Δείχνει καλύτερα από κάθε άλλη τη γενναιότητα και το θάρρος του ανώνυμου Αμερικάνου φαντάρου που πολέμησε για την ελευθερία. Με το τσιγάρο να κρέμεται μάγκικα στα χείλη, και με ένα βλέμμα που τσακίζει κόκαλα, αυτός ο στρατιώτης έγινε το σύμβολο της Μεγαλύτερης Γενιάς των Αμερικάνων. Αυτός ο στρατιώτης, όμως, δεν είναι Αμερικανός.

Λέγεται Ευάγγελος Κλωνής. Είναι Έλληνας.

Ο Ατλαντικός ήταν γκρίζος, και η συννεφιά ήταν βαριά. Υπήρχε παντού η μυρωδιά της θάλασσας, και το μόνο που ακουγόταν ήταν ο ήχος των κυμάτων. Είχε φουσκοθαλασσιά, και τα αποβατικά σκάφη, τα επονομαζόμενα «σκάφη Χίγκινς», από τον ιδιοφυή μπεκρή που τα είχε σχεδιάσει, λικνίζονταν σαν καρυδότσουφλα καθώς πλησίαζαν την ακτή. Πολλοί έκαναν εμετό. Μερικοί επειδή ζαλίζονταν από τη θάλασσα.Ο Βαγγέλης είχε στο πλάι του τον Ιρλανδό, όπως πάντα. Ήταν κολλητοί φίλοι εδώ και μήνες, απ’ το Σαουθάμπτον, όπου περίμεναν πότε θα έρθει η ώρα για την απόβαση. Στέκονταν στοιβαγμένοι μέσα στο Χίγκινς με καμιά τριανταριά άλλους, όλοι τους νέοι, ντυμένοι στα χακί, με τα κράνη στο κεφάλι, και ένα μεγάλο κόκκινο «1» στον ώμο, το σήμα της 1ης Μεραρχίας Πεζικού, της θρυλικής Big Red One.

Ήταν 6 Ιουνίου του 1944. D-Day

Και ήταν 6:30 το πρωί. Αυτό ήταν το πρώτο κύμα της απόβασης της Νορμανδίας. Ο Βαγγέλης στεκόταν σιωπηλός δίπλα στον Ιρλανδό και σκεφτόταν την Κεφαλονιά. Και μετά ο πυθμένας του Χίγκινς έγδαρε την άμμο της Όμαχα Μπιτς, και η πόρτα άνοιξε, και οι φαντάροι της Big Red One ξεχύθηκαν στο σφαγείο.

Οι Κεφαλλονίτες είναι μια ιδιόμορφη κατηγορία Ελλήνων. Πολλοί τους αποκαλούν μουρλούς, και πολλοί το παραδέχονται κιόλας, αλλά το σίγουρο είναι ότι στην ιστορία τους έχουν να παρουσιάσουν τα πιο ασυνήθιστα επιτεύγματα από όλους τους Έλληνες. Ένας από αυτούς, για παράδειγμα, ο Κωνσταντίνος Γεράκης, έγινε αντιβασιλιάς στο Σιάμ ( σημερινή Ταυλάνδη ) . Ένας άλλος, ο Ιωάννης Φωκάς, έκανε το 1592 τον περίπλου του Καναδά και πέρασε στον Ειρηνικό, όπου το στενό ανάμεσα στο Βανκούβερ και την ηπειρωτική χώρα έχει ακόμα το όνομά του. Ένας άλλος, ο μηχανικός Μαρίνος Χαρμπούρης, κατάφερε εν έτει 1770 να μεταφέρει ένα βράχο βάρους 2000 τόνων από ένα έλος της Φινλανδίας στην Αγία Πετρούπολη. Από ότι φαίνεται, αυτή η εκλεκτή παρέα κεφαλλονιτών ηρώων πρόκειται να υποδεχτεί ένα νέο μέλος.

Ο Ευάγγελος Κλωνής γεννήθηκε στον Άγιο Γεώργιο της κοινότητας Πάστρας στις 28 Οκτωβρίου του 1916. Ήταν το δεύτερο παιδί μιας φτωχής οικογένειας που συνολικά θα αποκτούσε οκτώ. Ο Βαγγέλης άρχισε να καπνίζει όταν ήταν τεσσάρων, άρχισε να δουλεύει όταν ήταν πέντε, και παράτησε το σχολείο στην Τρίτη Δημοτικού. Στα 14 του μετακόμισε στην Αθήνα, όπου δούλευε ο μεγαλύτερος αδερφός του. Εκεί δούλεψε σαν εισπράκτορας στο λεωφορείο ενός άλλου Κεφαλλονίτη, του Γεράσιμου Αρσένη: Φορούσε την άσπρη του στολή και έκοβε τα εισιτήρια. Ότι έβγαζε το έστελνε στη μητέρα του, αλλά τα λεφτά ήταν λίγα. Μια μέρα, όταν ήταν 16 χρονών, το λεωφορείο είχε σταματήσει στον Πειραιά, και ο Βαγγέλης είδε κάτι ναύτες να βγαίνουν από ένα καράβι, να πηγαίνουν σε ένα κοντινό κρεοπωλείο, να φορτώνουν κομμάτια κρέας στον ώμο, και να τα μεταφέρουν στο καράβι. Οι ναύτες φορούσαν άσπρες στολές. Ο Βαγγέλης πήγε αμέσως στον Αρσένη, του έδωσε τις εισπράξεις της ημέρας και του είπε: «Εγώ φεύγω. Πες στη μάνα μου ότι θα της στείλω λεφτά από την Αμερική». Και πήγε στο κρεοπωλείο, και φορτώθηκε ένα κομμάτι κρέας, και μπήκε σκυφτός στο καράβι, και κρύφτηκε στα αμπάρια.
Έμεινε κρυμμένος τρεις μέρες, όταν η δίψα, η πείνα, και οι αρουραίοι τον ανάγκασαν να παραδοθεί. Είχαν ήδη περάσει το Γιβραλτάρ, και ο καπετάνιος δεν είχε επιλογή απ’ το να τον βάλει στη δουλειά, μέχρι να πιάσουν λιμάνι. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού συμπάθησε το νεαρό, και τον έβαζε τα βράδια να τους λέει τραγούδια απ’ το νησί. Ο καπετάνιος, βλέπετε, ήταν κι αυτός κεφαλλονίτης. Όταν έφτασαν στο Λος Άντζελες, ο καπετάνιος προσφέρθηκε να εξασφαλίσει χαρτιά στον Βαγγέλη, για να τον κάνει ναυτικό, αλλά αυτός δεν ήθελε. Έτσι τον αποχαιρέτησε δίνοντάς του ένα τελευταίο δώρο, που θα τον διευκόλυνε να περάσει από τον τελωνειακό έλεγχο. Ο Βαγγέλης δεν ήξερε λέξη αγγλικά, και δεν είχε κανένα χαρτί πάνω του, έτσι όταν ήρθε η σειρά του, έκανε τον κωφάλαλο, και δεν απαντούσε σε καμία ερώτηση. Οι υπάλληλοι τον άφησαν να περάσει, επειδή ήταν όμορφος και σοβαρός, και επειδή φορούσε ένα εντυπωσιακό, επίσημο κοστούμι.
Στο Λος Άντζελες έπιασε δουλειά στο ανθοπωλείο ενός άλλου κεφαλονίτη, του Σπύρου Στεφανάτου (ο οποίος σήμερα ζει στην Κεφαλονιά –είναι 94 χρονών). Η πόλη όμως δεν του άρεσε –είχε πολύ κόσμο, και δεν είχε συνηθίσει. Μετακόμισε στο Ντένβερ του Κολοράντο, όπου δούλευε σαν πιατάς σε ένα εστιατόριο, και κάποια στιγμή πήρε και μια δικιά του καντίνα με χοτ-ντογκ και τα πούλαγε στο δρόμο. Εκτός από την ωριμότητα που είχε αποκτήσει δουλεύοντας τόσα χρόνια, μια ωριμότητα που τον έκανε να φαίνεται πολύ μεγαλύτερος από ότι ήταν, είχε και τα γονίδια με το μέρος του. Καθώς άφηνε πίσω τον εφηβικό εαυτό του, μεταμορφωνόταν σε έναν πολύ εντυπωσιακό άντρα. Δεν ήταν πολύ ψηλός, ούτε ιδιαίτερα μεγαλόσωμος, αλλά είχε πολύ καθαρό, αρρενωπό πρόσωπο, και ένα έντονο βλέμμα που έκανε αμέσως εντύπωση στις κοπελιές. Μια ελληνοπούλα τον ερωτεύτηκε, και ήθελε να τον παντρευτεί. Αυτός όμως αρνήθηκε –υποστήριξε ότι ήταν μικρός ακόμα, και έπρεπε να βοηθήσει την οικογένειά του στην Ελλάδα. Οπότε αυτή τον απείλησε ότι θα τον καταδώσει στις Αρχές, καθώς εξακολουθούσε να ζει και να δουλεύει στη χώρα παράνομα.
Ο Βαγγέλης έφυγε από το Ντένβερ και πήγε στο Σικάγο, όπου δούλεψε σε εστιατόρια και μπαρ («μπάρες», όπως τα αποκαλεί ο γιος του Νίκος), αλλά δεν του άρεσε καθόλου το κρύο, έτσι έφυγε κι από εκεί και πήγε στο Χιούστον. Εκεί τον ενοχλούσε η υγρασία, οπότε επέστρεψε στο Ντένβερ, όπου το κλίμα του άρεσε, ελπίζοντας ότι η κοπελιά θα είχε βρει κάποιον άλλο, και θα τον άφηνε ήσυχο. Έτσι έγινε, αλλά δεν έμελλε να μείνει ούτε εκεί για πολύ. Ένας κεφαλλονίτης φίλος του πρότεινε να πάνε στη Σάντα Φε του Νιου Μέξικο για να βρούνε κάποιους φίλους (κεφαλλονίτες φυσικά), και τον ακολούθησε.

Η Σάντα Φε τότε είχε 8000 κατοίκους, από τους οποίους οι 800 ήταν Έλληνες. Η κοινότητα ήταν πολύ ζωντανή, και όλα τα εστιατόρια, τα μπαρ και τα κοσμηματοπωλεία ήταν ελληνικά. Ο Βαγγέλης λάτρεψε το μέρος –όλα εκεί, ακόμα και το κλίμα, του θύμιζαν Ελλάδα. Ένας Ζακυνθινός, ο Παναγιώτης Πομόνης, τον πήρε στη δουλειά του, σε ένα μπαρ-εστιατόριο που είχε. Αυτός και η γυναίκα του Ελένη τον δέχτηκαν σαν παιδί τους, και ο Βαγγέλης τους το ανταπέδωσε δουλεύοντας σκληρά. Οι δουλειές πήγαιναν καλά, και ο Βαγγέλης γρήγορα έγινε συνέταιρος στο μαγαζί. Υπήρχε όμως ένα πρόβλημα: Εξακολουθούσε να είναι παράνομος. Όταν άρχισε ο Πόλεμος, βγήκε ένα νέο διάταγμα που καλούσε τους παράνομους μετανάστες να καταταγούν, με αντάλλαγμα την αμερικανική υπηκοότητα. Έτσι ο Βαγγέλης Κλωνής αποφάσισε να πάει στον πόλεμο.
«Ο πατέρας μου ποτέ δεν μίλαγε για τον πόλεμο», λέει ο Νίκος Κλωνής, ο δεύτερος από τους τρεις γιους το Βαγγέλη. «Δεν του άρεσε να λέει ιστορίες γι’ αυτά τα πράγματα. Και μερικές φορές, όταν τον ρωτάγαμε επίμονα, μας μάλωνε».
Η θητεία του Βαγγέλη Κλωνή είναι ένα μεγάλο μυστήριο, όχι τόσο για τα (πολλά) πράγματα που δεν ξέρουν ούτε οι πιο κοντινοί του άνθρωποι, αλλά για τις λεπτομέρειες που είναι γνωστές και επιβεβαιωμένες, οι οποίες συνθέτουν μια ημιτελή, αλλά απίστευτη ιστορία. Αυτά που ξέρουμε, από τις ιστορίες που είπε στα παιδιά του, από τα αντικείμενα που άφησε πίσω του, και από διάφορα στοιχεία από επίσημα αρχεία που έχουν ανακαλύψει οι δικοί του, πληροφορίες ανεπιβεβαίωτες αλλά πιθανότατα αληθινές, είναι τα εξής: Ο Βαγγέλης Κλωνής, μετά την κατάταξή του, ταξίδεψε στο Fort Bliss στο Τέξας όπου εκπαιδεύτηκε με το στρατό ξηράς. Χάρη στις εντυπωσιακές του επιδόσεις (ήταν άριστος σκοπευτής) τον έστειλαν στην Βιρτζίνια, στη Βάση των Πεζοναυτών. Εκεί τον κορόιδευαν επειδή δεν ήξερε καλά αγγλικά και επειδή δεν ήταν μεγαλόσωμος, στο γνωστό πνεύμα της εκπαίδευσης και της σκληραγώγησης, αλλά ο Κλωνής ήταν πλέον 25 χρονών και από αυτά είχε δουλέψει στα 20, οπότε δεν ήταν ιδιαίτερα δεκτικός σε τέτοιου είδους εκπαίδευση, και δεν χρειαζόταν άλλη σκληραγώγηση. Πλακώθηκε με κάμποσους σκληροτράχηλους marines, και τελικά μετατέθηκε πίσω στο Στρατό Ξηράς. Φεύγοντας έκλεψε αυτά τα λουριά που χρησιμοποιούσαν οι πεζοναύτες για να δένουν το καμουφλάζ στα κράνη τους. Του άρεσαν πιο πολύ από το δίχτυ που έβαζαν στο στρατό ξηράς, κι αυτό ήταν το μόνο πράγμα που κράτησε από τους Πεζοναύτες.
Στη συνέχεια πήγε στη Γιούμα της Αριζόνα, όπου εκπαιδεύτηκε στην έρημο, και μετά επέστρεψε στη Βάση της Βιρτζίνια με το Στρατό. Η εκπαίδευσή του είχε πια τελειώσει, και περίμενε να ακούσει που θα τον στείλουν, πιθανότατα στον Ειρηνικό, όταν ένας βαθμοφόρος ήρθε και τον βρήκε και του ζήτησε να μιλήσουν ιδιαιτέρως. «Σου έχω άσχημα νέα», του είπε. «Οι Γερμανοί σκότωσαν την οικογένειά σου στην Ελλάδα. Δεν έζησε κανείς. Μπορείς, αν θέλεις, να πάρεις μια άδεια και να επιστρέψεις στο σπίτι σου στην Σαντα Φε». Ο Βαγγέλης δεν ήθελε να πάει στην Σάντα Φε, μπορούσε να κλάψει κι εκεί που ήταν. Ζήτησε μόνο ένα πράγμα: «Στείλτε με στην Ευρώπη. Θέλω να πάω στους Γερμανούς».

Ο πρώτος σταθμός του Κλωνή στον πόλεμο ήταν στην Βόρεια Αφρική. Πολέμησε στην Τυνησία, πράγμα που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι είχε ήδη ενσωματωθεί στην 1η Μεραρχία Πεζικού, η οποία «καθάρισε» αυτό το μέτωπο στις 9 Μαΐου του ’43, με την παράδοση 40.000 Γερμανών των «Afrika Korps». Στη συνέχεια η Big Red One προχώρησε στη Σικελία την οποία απελευθέρωσε, και μετά επέστρεψε στην Αγγλία, για να προετοιμαστεί για μια άλλη μεγάλη αποστολή: Την απόβαση στη Νορμανδία. Στο Σαουθάμπτον ο Κλωνής περνούσε την ώρα του κάνοντας βόλτες με τον Ιρλανδό φίλο του (το όνομα του οποίου παραμένει άγνωστο) και παίζοντας μπαρμπούτι. Πέρασε μερικούς μήνες σχετικά ξένοιαστους, με διαλείμματα έντασης όταν οι Γερμανοί αποφάσιζαν να βομβαρδίσουν. Σε έναν από τους βομβαρδισμούς, ο Βαγγέλης πήρε στα χέρια του ένα 12χρονο τραυματισμένο κορίτσι, και το πήγε στον Ερυθρό Σταυρό. Το κορίτσι πέθανε λίγα λεπτά αργότερα, και ο Βαγγέλης πήρε το θέμα προσωπικά: Καβάλησε ένα αντιαεροπορικό και άρχισε να ρίχνει Γερμανικά αεροπλάνα μόνος του.
Καθώς έμπαινε το καλοκαίρι του ’44, οι συμμαχικές δυνάμεις προετοιμάζονταν για την μεγάλη και κρίσιμη Επιχείρηση Overlord, που θα περιλάμβανε τη μαζική απόβαση στις ακτές τις Γαλλίας. Θα ήταν μια επιχείρηση δύσκολη, γιατί οι Γερμανοί την περίμεναν. Από την έκβασή της θα κρινόταν η πορεία του πολέμου. Στις 4 Ιουνίου του ’44, δύο μέρες πριν από την D-Day, ο Στρατηγός Άιζενχάουερ που είχε αναλάβει την διοίκηση της συμμαχικής στρατιάς, επισκέφθηκε τους στρατιώτες στο Σαουθάμπτον και κουβέντιασε μαζί τους. Ο Βαγγέλης έσπευσε να δώσει τα διαπιστευτήριά του, σε μια συνομιλία που μου μετέφερε ο γιος του: «Εγώ δεν είμαι Αμερικάνος», είπε. «Έρχομαι από την Ελλάδα. Οι Γερμανοί σκότωσαν όλη μου την οικογένεια. Θα πάω στη μάχη, και δεν με νοιάζει αν πεθάνω». «Είσαι Αμερικάνος γιατί φοράς τη στολή μας», του απάντησε ο Άικ. «Θα πολεμήσεις για την καινούρια σου πατρίδα, αλλά μετά θα γυρίσεις, για να γευτείς τους καρπούς της νίκης». Και ο Βαγγέλης Κλωνής έκανε ακριβώς αυτό.

Μετά την απόβαση, τα αμερικανικά στρατεύματα διέσχισαν τη Γαλλία. Ο Βαγγέλης πολέμησε στη Μάχη των Αρδεννών στο παγωμένο Βέλγιο, μια πολύ σημαντική σύγκρουση, όπου οι Σύμμαχοι κινδύνευσαν να χάσουν τον πόλεμο. Μέχρι εκείνο το σημείο πιθανότατα εξακολουθούσε να υπηρετεί με την Big Red One, αλλά στα πράγματά του οι δικοί του βρήκαν και ένα άλλο σήμα, το σήμα των Tigers, που επισήμως ήταν γνωστοί ως 10η Μεραρχία Τεθωρακισμένων και επίσης συμμετείχαν στη Μάχη. Στα προσωπικά του αντικείμενα βρέθηκαν ακόμα τρεις διαφορετικές στολές, και τα στοιχεία συμφωνούν ότι υπηρέτησε επίσης στην 82η ( AA - All American ) και την 101η ( Screaming Eagles ) Αερομεταφερόμενη Μεραρχία, και στην 654η Μεραρχία Πυροβολικού. Δεν υπάρχει ακόμα εξήγηση για το πώς ένας στρατιώτης θα μπορούσε να πολεμήσει με τόσες διαφορετικές Μεραρχίες. Οι ενδείξεις δείχνουν ότι η θητεία του Βαγγέλη Κλωνή δεν ήταν καθόλου τυπική ή φυσιολογική. Ο Κλωνής πολέμησε στην Αυστρία, την Πολωνία, τη Γερμανία, μπήκε στο Βερολίνο και το Παρίσι, ενώ υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι πήγε και στον Ειρηνικό. Για τίποτα από όλα αυτά δεν μιλούσε, όμως, δεμένος από όρκους και διαταγές. Υπάρχουν πολλά στοιχεία που συνηγορούν ότι δεν ήταν ένας απλός φαντάρος. Πήρε ασυνήθιστα πολλά μετάλλια (η οικογένειά του αυτό τον καιρό προσπαθεί να εντοπίσει ακριβώς πόσα και ποια), και δέχτηκε και μια θερμότατη ευχαριστήρια επιστολή από τον Πρόεδρο Τρούμαν με ιδιόχειρη υπογραφή. Ο Νίκος Κλωνής έχει ρωτήσει δεκάδες βετεράνους, αλλά ακόμα δεν έχει βρει κανένα που έλαβε τέτοια επιστολή μετά τον πόλεμο.
Κάτι άλλο που ξέρουμε είναι ότι κάποια στιγμή, το 1945, βρέθηκε έξω από το Βερολίνο και, υψηλόβαθμος πλέον, πήρε μια απόφαση που έμελλε να τον οδηγήσει στο στρατοδικείο. Σύμφωνα με την ιστορία που εξομολογήθηκε στους γιους του, η ομάδα του, που συνοδευόταν από τεθωρακισμένα, είχε αποκλειστεί από έναν ορμητικό χείμαρρο που είχε 6-7 μέτρα βάθος, και δεν μπορούσε να προχωρήσει. Ήξεραν ότι μια μεγάλη δύναμη Γερμανών πλησίαζε –υπολόγιζαν ότι είχαν δύο ώρες να απομακρυνθούν πριν τους φτάσουν, αλλά δεν μπορούσαν να περάσουν το χείμαρρο. Σε εκείνο το σημείο είχε γίνει μια μάχη, και υπήρχαν πολλοί νεκροί τριγύρω. «Ήταν απάνθρωπο», ομολόγησε ο Βαγγέλης Κλωνής, «αλλά δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα άλλο. Δυο ώρες είχαμε. Κατ τότε το μυαλό μου πήρε μια κεφαλλονίτικη στροφή». Έδωσε τη διαταγή, και οι φαντάροι γέμισαν το χείμαρρο με πτώματα Αμερικάνων και Γερμανών, για να μπορέσουν να περάσουν τα τεθωρακισμένα από πάνω τους.

Λίγους μήνες αργότερα, στην οικογένεια του Πομόνη έφτασε ένα γράμμα από το Υπουργείο Αμύνης: Η κυβέρνηση, μετά λύπης, ενημέρωνε τους συγγενείς και τους φίλους ότι ο Βαγγέλης είχε σκοτωθεί. Στο εστιατόριο έγινε ένα μεγάλο μνημόσυνο, και όλοι οι Έλληνες περνούσαν από εκεί για να κλάψουν. Μόνο σε μια γωνιά καθόταν και έπινε ένας Κεφαλονίτης, ο Θεοδωράτος, και έμοιαζε να μην ασχολείται. Τον ρώτησαν γιατί δεν λυπάται για τον φίλο του, και αυτός τους κοίταξε και απάντησε: «Τι να σας πω ρε μαλάκες. Αυτός ζει. Μια των ημερών θα ανοίξει την πόρτα και θα μπει μέσα. Είναι μεγάλος κερατάς. Λένε μαλακίες αυτοί, δεν τον πιάνει σφαίρα το Βαγγέλη. Δεν του κάνω μνημόσυνο εγώ». Το Γενάρη του 1946, ο Βαγγέλης Κλωνής βγήκε μαζί με τους άλλους βετεράνους από το λεωφορείο και προχώρησε προς το μαγαζί του στη Σάντα Φε. Είχε χάσει την μεταλλική του ταυτότητα, και την είχαν βρει δίπλα σε ένα πτώμα.

Μετά τον πόλεμο ο Βαγγέλης συνέχισε να δουλεύει με τους Πομόνηδες, και πάντα έστελνε λεφτά στο θείο του, τον Γεράσιμο Στάβερη στην Ελλάδα. Ένα απόγευμα, όταν πήγε στο μαγαζί να δουλέψει, ένας άλλος κεφαλλονίτης που δούλευε εκεί τον πλησίασε και του έδωσε ένα γράμμα. Από την Ελλάδα.
Το γράμμα έγραφε: «Αγαπημένε μας Βαγγέλη. Δεν ξέρουμε που είσαι, εδώ και 6-7 χρόνια. Ο Στάβερης μας βοηθά, αλλά δεν ξέρουμε αν είσαι καλά και που βρίσκεσαι. Εμείς είμαστε καλά. Περάσαμε δύσκολες στιγμές στο πόλεμο, αλλά είμαστε όλοι καλά, και θέλουμε να σε δούμε. Οι γονείς σου». Ο Βαγγέλης δεν δούλεψε εκείνο το απόγευμα. Πήρε μια μπουκάλα ουίσκι και έκατσε σε μια γωνιά με ένα φίλο και έκλαιγε. Όπως είπε αργότερα: «Έκανα και ένα μνημόσυνο για τους Γερμανούς. Σκότωσα πολλούς που δεν έπρεπε να σκοτώσω».

Το 1950, ο Βαγγέλης γύρισε στην Κεφαλονιά και είδε ξανά την οικογένειά του. Ένα από τα πρώτα πράγματα που του είπε η μάνα του ήταν: «Ξέρω ότι κυνηγάς τις γυναίκες και αυτές σε κυνηγάνε, αλλά πρέπει να βρεις μια να παντρευτείς, για να μη γυρνάς σα ρεμάλι». Και βάλθηκε να τον παντρολογεί σε όλο το νησί, καθώς είχε φτάσει πια τα 34, και ήθελε να τον δει γαμπρό. Ο Βαγγέλης όμως είχε συνηθίσει τις πολλές και όμορφες γυναίκες, και της ξεκαθάρισε ότι θα πρέπει να βρεθεί κάτι πολύ ιδιαίτερο για να τον κάνει να παντρευτεί. Από όσες έβλεπε δεν του άρεσε καμία, μέχρι που πήγε στη Σκάλα και είδε την Κική.
«Όταν τον είδα, εμένα μου άρεσε», θυμάται η Κική Κλωνή, το γένος Κουρκουμέλη, η γυναίκα του. «Ήταν πολύ όμορφος, σαν movie star, σαν τον Κλαρκ Γκέιμπλ, και ακόμα καλύτερος. Ήταν κεφαλλονίτης μάγκας». Ο Βαγγέλης όταν την είδε ζήτησε να πάει αμέσως στο σπίτι του πατέρα της. Μέσα σε μια εβδομάδα είχαν αρραβωνιαστεί. Μέσα στο μήνα παντρεύτηκαν. Επέστρεψαν στην Αμερική, και έκαναν τρία παιδιά, στη Σάντα Φε. Κάποια στιγμή η JC Penney’s έκανε μια μεγάλη προσφορά και νοίκιασε το κτίριο του εστιατορίου του Πομόνη, έτσι ο Βαγγέλης έμεινε χωρίς δουλειά. Τα παιδιά πλησίαζαν και την σχολική ηλικία, οπότε πήρε την απόφαση: «Θέλω να πάω τα παιδιά στην Κεφαλονιά, να κάνουμε άλλη μια γενιά Έλληνες».

Η οικογένεια επέστρεψε στην ρημαγμένη από το σεισμό Κεφαλονιά, και πιθανότατα θα έμεναν για πάντα εδώ, αν δεν ερχόταν η χούντα. Το καθεστώς απαιτούσε τα παιδιά να πάνε στρατό, έτσι ο Κλωνής πήρε την οικογένεια και ξαναγύρισε στη Σάντα Φε. Ο Βαγγέλης είδε τα παιδιά του να μεγαλώνουν –ο μεγαλύτερος, ο Άγγελος, έχει σπουδάσει πυρηνική φυσική και δουλεύει στο Ναυτικό. Ο Νίκος, ο δεύτερος, κρατά το μπαρ Evangelo’s στο κέντρο του Σάντα Φε, που ο Βαγγέλης άνοιξε το ’70. Ο Δήμος, ο τρίτος, είναι καρδιολόγος. Όσο περνούσαν τα χρόνια, άρχισε να λέει ιστορίες από τη ζωή του στον πόλεμο, ψήγματα πληροφοριών που έδιναν στα παιδιά και τους φίλους του μια άλλη εικόνα για τον πατέρα τους.
Όσο κι αν προσπαθούσε να τις ξεχάσει, οι εμπειρίες του από τον πόλεμο τον είχαν σημαδέψει. «Μερικές φορές, όταν έβλεπε ταινίες για τον πόλεμο στην τηλεόραση, έκλαιγε», θυμάται η γυναίκα του. «Μερικές φορές γινόταν νευρικός και μόνο που τα σκεφτόταν». Ο Βαγγέλης δεν ξαναταξίδεψε με αεροπλάνο, και δεν συμπαθούσε τη φασαρία. «Την ηρεμία την έβρισκε μόνο στη Σάντα Φε και στα Κοριάνα, στην Κεφαλονιά», θυμάται η Πελαγία Στεφανάτου, η κόρη του Σπύρου. Παρ’ όλα αυτά, ο πόλεμος εξακολουθούσε να μοιάζει μια παρένθεση στη ζωή του, και οι γνωστοί του την αντιμετώπιζαν ως τέτοια, χωρίς να δίνουν πολλή σημασία. Είχαν τον Κλωνή στο μυαλό τους ως αυτό τον γλετζέ, γοητευτικό, εξωστρεφή Έλληνα, που βωμολοχούσε ακατάσχετα και λάτρευε τις παρέες και τα τραγούδια.
Ο Βαγγέλης Κλωνής πέθανε στις 18 Φεβρουαρίου του 1989. Κηδεύτηκε στα Κοριάνα, και όλοι όσοι τον ήξεραν κράτησαν μαζί τους ο καθένας τη δική του, προσωπική εικόνα γι’ αυτόν. Υπήρχε όμως μια άλλη εικόνα, πολύ διάσημη, που κυκλοφορούσε εδώ και χρόνια, αλλά κανείς δεν την είχε συνδέσει με τον Βαγγέλη. Μέχρι το 1991. «Μια μέρα», θυμάται η Κική Κλωνή, «είχα πάει με το Νίκο και τα εγγόνια μου στο εμπορικό κέντρο. Ο Νίκος είχε πάει να πάρει περιοδικά, κι εγώ πήγα με τα εγγόνια για να τους πάρω παιχνίδια. Κάποια στιγμή βλέπω το Νίκο να έρχεται τρέχοντας. «Μάνα τρέχα!» φώναζε. «Ο πατέρας!» Και εκεί, στο εξώφυλλο του περιοδικού Life, ήταν ο άντρας μου, με στρατιωτικό κράνος και ένα τσιγάρο στο στόμα, και κοίταζε βλοσυρά προς τα πίσω».

Ο Γιουτζιν Σμιθ γεννήθηκε το 1918 στο Κάνσας, και εμφάνισε μια κλίση προς τη φωτογραφία από πολύ μικρή ηλικία. Μεγαλώνοντας έγινε ένας από τους καλύτερους φωτορεπόρτερ που έζησαν ποτέ, δούλεψε για το Life, το Newsweek, και άλλες μεγάλες εκδόσεις, αποκτώντας τη φήμη του λεπτολόγου καλλιτέχνη, που ήταν πρόθυμος να δουλέψει ακόμα και δύο εβδομάδες πάνω σε μια φωτογραφία για να βγάλει το αποτέλεσμα που θέλει. Πήρε διάσημες φωτογραφίες από τον πόλεμο, ανάμεσα στις οποίες και δύο λήψεις του Βαγγέλη Κλωνή: Η φωτογραφία με το τσιγάρο, και η εικόνα με το παγούρι, η οποία πριν από λίγα χρόνια έγινε γραμματόσημο στις ΗΠΑ.
«Ο Γιουτζίν Σμιθ ήταν ένας πολύ δύσκολος άνθρωπος», μου εξηγεί ο Τζέιμς Ένιαρτ, καθηγητής φωτογραφίας στο Κολέγιο της Σάντα Φε, που τον ήξερε καλά. «Είχε δαίμονες που τον κατάτρεχαν σε όλη του τη ζωή. Ήταν μια ψυχή βασανισμένη, αλλά μπορεί αυτοί οι δαίμονες να τροφοδοτούσαν την ιδιοφυία του». Ο Ένιαρτ έζησε μαζί με τον Σμιθ τα τελευταία χρόνια της ζωής του, και ήταν δίπλα του όταν πέθανε. Έχει ήδη γράψει ένα μεγάλο βιβλίο για το έργο του, και τώρα έχει ξεκινήσει έρευνες για ένα νέο βιβλίο, στο οποίο θα μελετά τη ζωή του Σμιθ παράλληλα με τη ζωή ενός από τα θέματά του: Του Βαγγέλη Κλωνή.
«Αυτοί οι άντρες είχαν πολλές ομοιότητες», μου λέει. «Ήταν εικονοκλάστες, αψηφούσαν το θάνατο, ήταν πολύ συναισθηματικοί, διψούσαν για περιπέτεια». Είχαν ακόμα παρόμοια ηλικία και έζησαν από πολύ κοντά τον πόλεμο –και κάποια στιγμή, κατά τη διάρκειά του, συναντήθηκαν.
Αυτή η συνάντηση είναι άλλο ένα μεγάλο μυστήριο.
Οι δύο φωτογραφίες του Σμιθ φέρεται ότι πάρθηκαν στο νησί Σαϊπάν του Ειρηνικού, όπου έγινε μία από τις σημαντικότερες Αμερικανο-Ιαπωνικές μάχες του πολέμου. Υπάρχει ένα πρόβλημα, όμως: Η απόβαση στο Σαϊπάν έγινε στις 15 Ιουνίου του 1944, εννέα μέρες μετά την απόβαση στη Νορμανδία.
«Το πιο πιθανό είναι ότι ο Κλωνής έφτασε εκεί κάποια στιγμή σε μια μυστική αποστολή», λέει ο Ένιαρτ. «Αλλά δεν μπορούμε να ξέρουμε ακόμα. Ξέρω ότι ο Σμιθ ταξίδευε συχνά, και απλά πρέπει να ερευνήσουμε τα ταξίδια του και όποια στοιχεία μπορούμε να βρούμε για την θητεία του Κλωνή, ώστε να μάθουμε πότε και που πάρθηκαν οι φωτογραφίες». Στην πορεία, ο Ένιαρτ ελπίζει να μάθει περισσότερα για την υπηρεσία του Κλωνή στον πόλεμο. «Οπωσδήποτε δεν ήταν μια τυπική θητεία», μου λέει. «Συμμετείχε σε υπερβολικά πολλά θέατρα επιχειρήσεων, και είχε εκπαιδευτεί για να χρησιμοποιεί σχεδόν όλα τα όπλα και όλα τα οχήματα –μπορούσε να οδηγεί ακόμα και τανκ. Φαίνεται πως ήταν κομάντο στις Ειδικές Δυνάμεις». Τα παιδιά του Βαγγέλη Κλωνή έχουν αρχίσει ήδη να ψάχνουν όποια στοιχεία μπορούν να βρουν για τη θητεία του πατέρα τους, για να διευκολύνουν την έρευνα του Ένιαρτ, και για να μάθουν την αλήθεια. Το αποτέλεσμα, όποιο κι αν είναι, θα είναι συναρπαστικό: Θα είναι η πλήρης, αληθινή ιστορία ενός Έλληνα ήρωα.

Όλα ήταν ματωμένα. Το κύμα που έσκαγε στην αμμουδιά ήταν κόκκινο. Η αμμουδιά ήταν κόκκινη. Και μετά, όταν όλα τελείωσαν, η αμμουδιά δεν φαινόταν, είχε κρυφτεί από τα πτώματα, που στην άκρη της θάλασσας παρασέρνονταν από το κόκκινο κύμα σε ένα μακάβριο λίκνισμα.
Ο Ιρλανδός ήταν δίπλα του στην αρχή. Σέρνονταν μαζί, σαν ένας άνθρωπος, πάνω στην άμμο της Όμαχα Μπιτς, ενώ γύρω τους το μόνο που ακουγόταν ήταν οι σφαίρες: Σφαίρες που σφύριζαν στον αέρα, σφαίρες που καρφώνονταν στην παραλία με ένα κούφιο «παφ» τινάζοντας την άμμο, σφαίρες που έσκαγαν στο νερό και διαπερνούσαν τα σκάφη Χίγκινς, σφαίρες που έσκιζαν σάρκες και τσάκιζαν κόκαλα. Μία σφαίρα βρήκε τον Ιρλανδό στο μέτωπο και διέλυσε το κεφάλι του. Τα μυαλά του χύθηκαν πάνω στον Βαγγέλη.
Την 6η Ιουνίου του 1944, στην δεύτερη από τις πέντε παραλίες όπου θα γινόταν η απόβαση της Νορμανδίας, την επονομαζόμενη Όμαχα Μπιτς, μόνο ένας από τους λόχους του αμερικανικού στρατού αποβιβάστηκε στο σημείο που έπρεπε. Μόνο δύο από τα 29 τανκς που θα πλαισίωναν την απόβαση έφτασαν στην ακτή. Οι βομβαρδισμοί των προηγουμένων ημερών είχαν αστοχήσει τελείως, και έτσι πλήρεις Γερμανικές δυνάμεις φυλούσαν τους λόφους πάνω από την παραλία, και ξερνούσαν μολύβι στους αβοήθητους φαντάρους της Big Red One.

Από τους εκατό πρώτους που πάτησαν στην αμμουδιά, οι 87 σκοτώθηκαν. Μέχρι το μεσημέρι, όταν όλα ήταν κόκκινα και τα πτώματα είχαν καλύψει τα πάντα, μια χούφτα επιζώντες προσπαθούσε να ξεκολλήσει από την παραλία και να καλυφτεί στους πρόποδες των λόφων. Ο Βαγγέλης Κλωνής ήταν εκεί, μέσα στο σφαγείο, και σκεφτόταν την Κεφαλονιά. Πιθανότατα σκεφτόταν ότι δεν θα την ξανάβλεπε ποτέ. Θα επιζούσε, όμως, και θα γυρνούσε ξανά το νησί του, και θα ζούσε μια μεγάλη και γεμάτη ζωή, με τη γυναίκα του και τα παιδιά του, και θα κρατούσε για πάντα τη φωτογραφία του Ιρλανδού στο πορτοφόλι του, και θα γέλαγε και θα φώναζε και θα έπινε, και θα έβριζε σε κάθε ευκαιρία αγίους, Χριστούς και Παναγίες, και η Κική του θα του φώναζε «Θα σε κάψει ο Θεός Βαγγέλη», κι αυτός θα της απάνταγε:

«Δεν με έκαψε στη Νορμανδία, τώρα θα με κάψει;»


Υ.Γ: Περισσοτερες πληροφοριες και φωτογραφιες http://digitaljournalist.org/issue0510/swanson.html


Κορυφή
 Προφίλ  
 
 Θέμα δημοσίευσης: Re: Μικρές Βιογραφίες
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε: Τρί Μαρ 09, 2010 11:39 am 
Άβαταρ μέλους

Εγγραφή: Δευτ Μάιος 18, 2009 5:38 pm
Δημοσιεύσεις: 363
Τοποθεσία: Αθήνα - Ίλιον
Κωνσταντίνος Δαβάκης

Ο Κωνσταντίνος Δαβάκης ήταν συνταγματάρχης πεζικού, ήρωας του αλβανικού μετώπου το 1940. Γεννήθηκε στα Κεχριάνικα Λακωνίας το 1897 και πέθανε στην Αδριατική θάλασσα τον Ιανουάριο του 1943.

Ο Κωνσταντίνος Δαβάκης σπούδασε στη Σχολή Ευελπίδων (από την οποία αποφοίτησε ως Ανθυπολοχαγός πεζικού, την 1 Οκτωβρίου του 1916) αλλά και στην Ανωτάτη Σχολή Πολέμου της Αθήνας, και στο Παρίσι (γαλλική Σχολή Αρμάτων). Έλαβε μέρος στο Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο όπου διακρίθηκε για την τόλμη και ανδρεία του στο Μακεδονικό Μέτωπο (μάχες Σκρα και Δοϊράνης), όμως παράλληλα η υγεία του βλάφτηκε σοβαρά εκεί, από την επίδραση των ασφυξιογόνων αερίων. Το 1918 προβιβάστηκε σε λοχαγό επ’ ανδραγαθία. Έλαβε μέρος και στην Μικρασιατική Εκστρατεία, όπου το 1921 διακρίθηκε στη μάχη των υψωμάτων του Αλπανός, και τιμήθηκε με το Χρυσούν Αριστείο Ανδρείας. Στο διάστημα μεταξύ 1922 και 1937 υπηρέτησε ως επιτελάρχης της 2ης μεραρχίας και του 1ου σώματος στρατού, φοίτησε και δίδαξε σε στρατιωτικές σχολές, και έγραψε διατριβές για την στρατιωτική ιστορία και την τακτική των τεθωρακισμένων. Το 1931 πήρε το βαθμό του αντισυνταγματάρχη. Στις 30 Δεκεμβρίου του 1937 και μετά από μεγάλες αναρρωτικές άδειες, αποστρατεύθηκε για λόγους υγείας και τέθηκε σε πολεμική διαθεσιμότητα.

Όταν, τον Αύγουστο του 1940, συντελέστηκε η μερική επιστράτευση, ο Δαβάκης ανακλήθηκε στην ενεργό υπηρεσία και τοποθετήθηκε διοικητής του 51ου Συντάγματος Πεζικού και στην συνέχεια του Αποσπάσματος Πίνδου (αποτελούμενου από το 51ο ΣΠ υπό άλλον διοικητή και διάφορες μικρομονάδες) το οποίο είχε ως έδρα το Επταχώριο Πίνδου. Η διοίκηση των ελληνικών δυνάμεων ανατέθηκε στον Βασίλειο Βραχνό. Το πρωί της 28ης Οκτωβρίου του 1940, οπότε εκδηλώθηκε η Ιταλική εισβολή, ο Δαβάκης αντιμετώπισε την 3η Ιταλική Μεραρχία Αλπινιστών ΤΖΟΥΛΙΑ με ένα απόσπασμα 2.000 ανδρών, υπό τις εντολές και τις οδηγίες του Τμήματος Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας. Η τακτική του σε ολόκληρη την έκταση της ζώνης ευθύνης του (35 χιλιόμετρα) ήταν αμυντική, και μάλιστα έκανε υποχρεωτικό ελιγμό, αναμένοντας ενισχύσεις. Την 1η Νοεμβρίου 1940, οπότε έφτασαν οι ενισχύσεις που περίμενε ο Δαβάκης, οι ελληνικές δυνάμεις έκαναν αντεπίθεση και κύκλωσαν τις ιταλικές, που αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Κατά την αντεπίθεση αυτή, και συγκεκριμένα την 6η ημέρα από την έναρξη των επιχειρήσεων, στον Προφήτη Ηλία Κάντσικου (μετέπειτα Δροσοπηγής), ο Δαβάκης τραυματίστηκε στο στήθος. "Στον αξιωματικό, που τον πλησίασε για να τον περιποιηθεί, πρόσταξε, μαζεύοντας όσες δυνάμεις τού 'μεναν ακόμα: "Άσε με εμένα, πες με πεθαμένο! Και κοίτα να μη σου πάρουν τις θέσεις! Τράβα!" Στη συνέχεια τον μετέφεραν αναίσθητο με το φορείο στο Επταχώρι.Ο τραυματισμός προκάλεσε προβλήματα σε συσχετισμό με την παλαιά στηθική του νόσο. Έτσι χρειάστηκε να αποχωρήσει από το μέτωπο, όπου τον αντικατέστησε ο τότε ταγματάρχης Ιωάννης Καραβίας.

Η νίκη του αποσπάσματος του Δαβάκη είχε αποφασιστική σημασία στην έκβαση του πολέμου. Μάλιστα θεωρήθηκε η πρώτη ήττα του άξονα. Η επιτυχία του Δαβάκη συνίσταται "στην άμεση διάγνωση ενός τακτικού λάθους, που έκανε ο Ιταλός μέραρχος να προχωρήσει γοργά προς τη Σαμαρίνα, χωρίς να καλύψει το πλευρό της φάλαγγάς του". Ο Δαβάκης το είδε αμέσως και από τη δεύτερη μέρα του σκληρού αγώνα ήταν σίγουρος ότι χάρη σ' αυτό το λάθος "θα μάντρωνε τους Ιταλούς

Κατά την διάρκεια της μακρόχρονης νοσηλείας του Δαβάκη, οι πολεμικές επιχειρήσεις έληξαν και η χώρα βρέθηκε υπό κατοχή. Τον Δεκέμβριο του 1942, και ενώ ακόμα νοσηλευόταν στην Αθήνα, ο Δαβάκης συνελήφθη ως όμηρος από τις Ιταλικές αρχές κατοχής, μαζί με πολλούς διακεκριμένους αξιωματικούς, γιατί θεωρήθηκαν ύποπτοι αντιστασιακής δράσης. Οι συλληφθέντες επιβιβάστηκαν στην Πάτρα στο ατμόπλοιο Τσιτά ντι Τζένοβα (Πόλη της Γένοβα) για να μεταφερθούν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Ιταλία. Το πλοίο αυτό τορπιλίστηκε από συμμαχικό υποβρύχιο και βυθίστηκε στα ανοιχτά των νότιων αλβανικών ακτών, με αποτέλεσμα να πνιγούν οι επιβαίνοντες στα νερά της Αδριατικής. (Ιανουάριος 1943). Το πτώμα του Δαβάκη περισυνελέγη, αναγνωρίστηκε και ετάφη στον Αυλώνα. Μεταπολεμικά τα οστά του διακομίστηκαν και ενταφιάστηκαν στην Αθήνα.

Ο Κωνσταντίνος Δαβάκης υπήρξε από τους πρωτοπόρους της ιδέας της μηχανοκίνησης του πεζικού και της χρησιμοποίησης αρμάτων ως κύριου όπλου για την διάσπαση και καταδίωξη του εχθρού, καθώς πρόκρινε την ευελιξία των μηχανοκίνητων μονάδων έναντι της γραμμής οχυρών. Έγραψε αρκετά στρατιωτικά έργα, μεταξύ των οποίων και το βιβλίο «ο πόλεμος του μέλλοντος» (1939).

Ο Σ. Μελάς έχει χαρακτηρίσει τον Κωνσταντίνο Δαβάκη ως "μοναδική σύνθεση προσόντων, που σπάνια πάνε μαζί: Σπουδαίος 'τρουπιέ' όπως λένε οι Γάλλοι, πολέμαρχος, καπετάνιος με καρδιά βουνό, αισιοδοξία τρελή, θάρρος απροσπέλαστο, διοικητής ασύγκριτος, χέρι δυνατό, θέληση αλύγιστη, αλλά και ιδιοφυία στρατηγική, κάτοχος του εδάφους όσο λίγοι διοικητές στρατευμάτων. Ακούραστος μελετητής και γνώστης βαθύτατος της τέχνης του πολέμου, πρωτεύων στις ξένες πολεμικές Ακαδημίες, δάσκαλος αξιωματικών σπάνιος, συγγραφεύς στρατιωτικός πρωτότυπος και πρωτοπόρος - ολόκληρη βιβλιοθήκη τα έργα του - μοναδικός ιχνηλάτης των 'τακτικών καταστάσεων', ξάστερος στην κρίση, ευφάνταστος και γοργότατος στη σύλληψη του σχεδίου κι εκτελεστής άμεσος, μεγάλος μαέστρος του ελιγμού, επίμονος και παράφορος στον αγώνα". (Η δόξα του 40, σελ. 21).

Μετά τον θάνατό του η Ακαδημία Αθηνών του απένειμε το αργυρό μετάλλιο της αυτοθυσίας, ενώ στον δήμο της Καλλιθέας υπάρχει πλατεία με το όνομά του, και μια προτομή του. Οδοί-προτομές και ανδριάντες του ήρωα υπάρχουν και στην Ήπειρο. Καλλιθέα Αττικής.


Άστρο εβγήκε λαμπερό μαζί με τον Αυγερινό,
πάνου στου Πίνδου την κορφή και βγάνη λάμψη φοβερή.
Φωτίζει τ’αψηλά βουνά σ’όλο τον Κόσμο το Ντουνιά
σκορπά το φώς της λευτεριάς στη θάλασσα και στη στεριά.

Καίει τα όρνια τα θεριά του Φασισμού τ’αγριμικά
και τους αντάρτες οδηγά στη δόξα και στη λεβεντιά!
Αυτό το άστρο το λαμπρό δίπλ’από τον Αυγερινό,
έναι κορώνα του στρατού – χρυσό φανάρι του Λαού!

Της Μάνης έναι σταυραητός – συνταγματάρχης ξακουστός
Δαβάκης ο πολεμιστής – του φασισμού ο νικητής!
Κώστα Δαβάκη μαχητή – της λευτεριάς αγωνιστή,
που ζ’ έπνιξε ο φασισμός στης Μεσογείου το βυθό.

Κάστρο εγίνης θρυλικό και σύμβολο ηρωϊκό
κι’έδωκες δόξα και τιμή στη Μάνη την Ιστορική.
Εδίδαξες και το Ντουνιά πώς η Ελλάδα πολεμά,
για δόξα και για λευτεριά στα χούματα τα Ιερά!

Εικόνα


Κορυφή
 Προφίλ  
 
 Θέμα δημοσίευσης: Re: Μικρές Βιογραφίες
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε: Τρί Μαρ 09, 2010 11:41 am 
Άβαταρ μέλους

Εγγραφή: Δευτ Μάιος 18, 2009 5:38 pm
Δημοσιεύσεις: 363
Τοποθεσία: Αθήνα - Ίλιον
Ελένη Ιωαννίδου

Η ηρωίδα μάνα του ‘40 από την Κυπαρισσία, που αναβίωσε το «ή ταν ή επί τας»

Ομολογώ πως όταν διάβασα το ακόλουθο κείμενο που αγνοούσα, ανατρίχιασα. Ήρθαν στο μυαλό μου οι θρυλικές αρχαίες Σπαρτιάτισσες μάνες που όταν έφευγαν τα παιδιά τους για το πολεμικό μέτωπο, τους παρέδιδαν την ασπίδα με την ρητή εντολή «ή ταν ή επί τας», δηλαδή, ή μ’ αυτήν (εννοώντας να επιστρέψει κρατώντας την ως νικητής) ή πάνω σ’ αυτήν (δηλαδή τιμημένος νεκρός, πάνω στην ασπίδα του, πεσών στην εκτέλεση του καθήκοντος).

Επειδή όμως κυκλοφορούν και μερικοί «ελληνοφρενείς» αστικοί μύθοι, θέλησα να εξακριβώσω το αληθές του γεγονότος. Για να είμαι ειλικρινής, χάρηκα, όταν διαπίστωσα ότι η συγγραφέας του κειμένου ήταν απολύτως υπαρκτό πρόσωπο, όπως επίσης και το κείμενό της. Η ελληνική πολιτεία μάλιστα την έχει τιμήσει ως σύμβολο της Ελληνίδας Μητέρας του έπους του 1940, ενώ στην Κυπαρισσία έχει αναγερθεί και άγαλμά της. Τον λόγο θα τον καταλάβετε, αφού διαβάσετε το τηλεγράφημα, που έστειλε η Ελένη Ιωαννίδου το 1941 στον τότε Πρωθυπουργό Αλέξανδρο Κορυζή, όταν σκοτώθηκε ένας απ’ τους εννιά της γιους στο πολεμικό μέτωπο…



«Προς τον Πρόεδρον της Κυβερνήσεως κ. Αλ. Κορυζήν

Ο υιός μου Ευάγγελος Ιωάννου Ιωαννίδης απωλέσθη εις τας επιχειρήσεις της Κλεισούρας. Παρήγγειλα εις τους τέσσαρας ήδη υπηρετούντας Χρήστον, Κώσταν, Γεώργιον και Νίκον Ιωάννου Ιωαννίδην να εκδικηθώσιν τον θάνατον του αδελφού των.

Κρατώ εις εφεδρείαν άλλους τέσσαρας Πάνον, Αθανάσιον, Γρηγόριον και Μενέλαον Ιωάννου Ιωαννίδην, κλάσεων 1917 και νεωτέρων.

Παρακαλώ κληθώσιν ονομαστικώς και ούτοι εις πάσαν περίπτωσιν ανάγκης της πατρίδας ή τυχόν απωλείας ετέρου τέκνου μου προς εκδίκησιν εχθρού.

Γνωρίσατε βασιλέα μας ότι ύστατον επιφώνημά μου θέλει είναι:

Ζήτω η Πατρίς!

Ελένη Ιωάννου Ιωαννίδου, Κυπαρισσία
2 Φεβρουαρίου 1941»


Εικόνα

Εικόνα


Κορυφή
 Προφίλ  
 
 Θέμα δημοσίευσης: Re: Μικρές Βιογραφίες
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε: Τρί Μαρ 09, 2010 12:02 pm 
Άβαταρ μέλους

Εγγραφή: Δευτ Μάιος 18, 2009 5:38 pm
Δημοσιεύσεις: 363
Τοποθεσία: Αθήνα - Ίλιον
Νικήτας Σταματελόπουλος - Νικηταράς


Ο Νικηταράς (Νικήτας Σταματελόπουλος) είναι μια εξέχουσα και ηρωϊκή φυσιωγνομία του επαναστατικού αγώνα του 21. Ανηψιός του Θ.Κολοκοτρώνη ήταν ευρύτερα γνωστός σαν δεξί του χέρι. Η δημώδης μούσα μάλιστα έλεγε: “Μπροστά πάει ο Νικηταράς, πίσω ο Κολοκοτρώνης”.

Γεννήθηκε το 1787 στο χωριό Μεγάλη Αναστάσοβα (Αναστασίτσα) Μεσσηνίας, αλλά καταγόταν από το χωριό Τουρκολέκα της Φαλαισίας (του Ν. Αρκαδίας). Ο πατέρας του ήταν ο κλέφτης Σταματέλος Τουρκολέκας και η μητέρα του η Σοφία Καρούτσου, αδερφή της γυναίκας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Λόγω της καταγωγής του υπέγραφε με το όνομα Τουρκολέκας ή Τουρκολακιώτης.

Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στο χωριό του πατέρα του. Σε ηλικία ένδεκα χρόνων ακολούθησε τον πατέρα του στο κλέφτικο. Στη συνέχεια εντάχθηκε σαν "μπουλουξής"στο σώμα του περίφημου κλέφτη Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη, όπου διακρίθηκε για την ανδρεία του. Μάλιστα παντρεύτηκε την κόρη του Ζαχαριά, Αγγελίνα. Το 1805, κατά τον ανηλεή διωγμό των κλεφταρματολών της Πελοποννήσου ο πατέρας του σκοτώθηκε από τους Τούρκους και ο Νικηταράς ακολούθησε το θείο του Κολοκοτρώνη στα Επτάνησα, όπου εντάχθηκε στα Ρωσικά τάγματα και μετέβη στην Ιταλία για να πολεμήσει κατά του στρατού του Ναπολέοντα. Στη συνέχεια επέστρεψε στα Επτάνησα και υπηρέτησε τους Γάλλους, οι οποίοι στο μεταξύ τα είχαν καταλάβει με την συνθήκη Τίλσιτ. Στις 18 Οκτωβρίου 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον φιλικό Η. Χρυσοσπάθη, ενώ βρίσκονταν στην Καλαμάτα. Λίγο αργότερα, συμμετείχε στην εκστρατεία της Φιλικής Εταιρίας για την προετοιμασία του λαού και του επερχόμενο αγώνα, περιοδεύοτας για ένα διάστημα στην Πελοπόννησο μαζί με τον Αναγνωσταρά και τον Δ. Πλαπούτα.

Η συμμετοχή του στον απελευθερωτικό αγώνα ήταν πλουσιότατη. Ήταν από τους πρώτους που συμμετείχε στην επανάσταση, απο τις πρώτες στιγμές της. Πήρε μέρος και πρωταγωνίστησε σε πολλές μεγάλες και νικηφόρες μάχες: Βαλτέτσι, Δολιανά, Τριπολιτσά, Δερβενάκια, Αγιονόρος, Άγιος-Σώστης κ.λ.π. Οι κύριες στιγμές όμως που ανέδειξαν την πολεμική του αρετή και ηρωϊσμό, και που συγχρόνως στάθηκαν αποφασιστικές για την επανάσταση, ήταν οι νηκηφόρες μάχες στα Δολιανά (18 Μαΐου Ι821) και στα Δερβενάκια (26 Ιουλίου 1822).

Με την έκρηξη της επανάστασης, μαζί με άλλους οπλαρχηγούς, μπήκε στην Καλαμάτα, στις 23 Μαρτίου 1821. Αμέσως μετά κατευθύνθηκε στην Τριπολιτσά για πάρει μέρος στην πολιορκία της. Στις 12-13 Μαΐου επικεφαλής 800 ανδρών συμμετείχε στη νικηφόρα μάχη στο Βαλτέτσι (12-13 Μαΐου 1821). Στα Δολιανά, λίγες μέρες μετά τη νίκη στο Βαλέτσι, ενώ με 200 άνδρες κατευθυνόταν προς το Ναύπλιο, αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει μεγάλη Τούρκική δύναμη (6000 ανδρών περίπου) υπό τον Κεχαγιάμπεη. Εκεί μαχόμενος ηρωϊκά κατάφερε να προξενήσει μεγάλη πανωλεθρία στους Τούρκους, που άφησαν στο πεδίο της μάχης 300 νεκρούς και όλα τα πυροβόλα τους. Μετά τη μάχη αυτή προήχθη σε στρατηγό και ονομάσθηκε "Τουρκοφάγος".

Λίγο αργότερα στάλθηκε από τον Κολοκοτρώνη να διευθύνει την πολιορκία του Ναυπλίου, για να φύγει λίγο αργότερα στην Ανατολική Στερεά, όπου οι επαναστάτες των Αθηνών τον εξέλεξαν αρχηγό τους. Εφυγε για την Λειβαδειά, όπου μαζί με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο συμμετείχε στην προσπάθεια ανακατάληψης της πόλης. Μάλιστα με τον Ο. Ανδρούτσο έγιναν αδελφοποιητοί. Λίγο αργότερα επέστρεψε στην Πελοπόννησο και έλαβε υπό τον Θ. Κολοκοτρώνη ενεργό μέρος στην συνεχιζόμενη πολιορκία της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου.1821). Ας σημειωθεί ότι κατά την άλωση της πόλης ήταν από τους λίγους που αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στη διανομή των λαφύρων.

Στις αρχές Δεκεμβρίου του 1821 συμμετείχε στην ανεπιτυχή πολιορκία του Ναυπλίου όπου κινδύνευσε να αιχμαλωτιστεί. Τον Απρίλιο του 1822, επικεφαλής 700 ανδρών, ανέβηκε πάλι στην Ανατολική Στερεά και πολέμησε μαζί με τον Ανδρούτσο στη Στυλίδα και την Αγία Μαρίνα. Το καλοκαίρι του 1822 στα Δερβενάκια συμμετείχε με το Θ. Κολοκοτρώνη και άλλους οπλαρχηγούς στη συντριβή της εκστρατείας του Δράμαλη. Αρχικά συμμετείχε στην απόκρουση των Τούρκων στα Μεγάλα Δερβένια (26 Ιουλίου 1822), όπου διασκόρπισε την εκεί φρουρά. Η συμβολή του όμως υπήρξε ιδιαίτερα αποφασιστική αμέσως μετά στον 'Αγιο Σώστη, όπου πιάνοντας τα στενά της χαράδρας, κατάφερε να εξολοθρεύσει μεγάλο μέρος του στρατού του που οπισθοχωρούσε. Οι Τούρκοι άφησαν εκεί περισσότερους από 3.000 νεκρούς. Σημαντική επίσης ήταν η συμβολή του και στη μάχη στο Αγιονόρι (ή Αϊνόρι), δύο ημέρες αργότερα, όπου οι Τούρκοι είχαν πάνω από 600 νεκρούς.

Κατά τις εμφύλιες διαμάχες που άρχισαν το 1823 τάχθηκε με το μέρος του Κολοκοτρώνη, εναντίον της κυβέρνησης Κουντουριώτη. Ωστόσο επέδειξε συνετή στάση, αποφεύγοντας να πάρει μέρος στις μάχες και κάνοντας πολλές συμφιλιωτικές παρεμβάσεις. Μετά την οριστική επικράτηση των κυβερνητικών κατέφυγε στο Μεσολόγγι, όπου, αφού πέρασε στην υπηρεσία του Δ. Μακρή, κλείστηκε στην πολιορκημένη πόλη και πολέμησε κατά του Κιουταχή στη δεύτερη πολιορκία.

Στη συνέχεια, μετά την χορήγηση αμνησίας κατά την εισβολή του Ιμπραήμ, επέστρεψε στην Πελοπόννησο όπου, επικεφαλής στρατιωτικού σώματος, συμμετείχε σε πολλές μάχες κατά του Αιγυπτιακού στρατού. Παράλληλα αρνήθηκε να υπογράψει το "Ψήφισμα της Υποτέλειας" το οποίο προέβλεπε την αναγνώριση της Μεγάλης Βρετανίας σαν μοναδικής προστάτιδας δύναμης της Ελλάδας. Το 1826 ακολούθησε τον Γ. Καραϊσκάκη με 800 αγωνιστές στην εκστρατεία του στην Ανατολική Στερεά και συμμετείχε στη νικηφόρα μάχη στην Αράχοβα (Νοέμβριος 1826). Αναγκάστηκε όμως να επιστρέψει στο Ναύπλιο, αφού αρρώστησε βαριά από πλευρίτιδα. Αμέσως μετά την ανάρρώσή του, συνέχισε μαζί με τον Κολοκοτρώνη την αντίσταση κατά του Ιμπραήμ, συμμετέχοντες σε αρκετές μάχες. Στην Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας διορίστηκε αρχηγός της Φρουράς. Κατόπιν πήγε πάλι στην Αττική και για να πολεμήσει στο πλευρό του Καραϊσκάκη κατά του Κιουταχή. Μετά την ήττα των Ελλήνων στο Φάληρο (24 Απριλίου1827) επέστρεψε στην Πελοπόννησο για να αντιμετωπίσει το στρατό του Ιμπραήμ στην Μεσσηνία.

Μετά την απελευθέρωση προσχώρησε στη ρωσόφιλη παράταξη (στο κόμμα των Ναπαίων). Ωστόσο, αγωνίστηκε αταλάντευτα για τη δικαίωση των αγωνιστών και τη διασφάλιση των δικαιωμάτων του λαού από τις ξένες επεμβάσεις. Μετά την άφιξη του Καποδίστρια ήταν από τους στενούς συνεργάτες του και τον υποστήριξε σ' όλο το διάστημα της αντιπολίτευσης εναντίον του. Έλαβε μάλιστα μέρος στην Δ΄ Εθνοσυνέλευση του 'Αργους το 1829, σαν πληρεξούσιος του Λεονταριού (Αρκαδίας).

Κατά τη Βαυβαροκρατία, δεν συμμετείχε ενεργά στις πολιτικές διαμάχες, είχε όμως εκδηλώσει σαφώς την αντίθεσή του προς τους Βαυαρούς. Έτσι, μετά την άφιξη του 'Όθωνος έζησε απομονωμένος για να υποστεί πολλές διώξεις στη συνέχεια... Μετά την εκδήλωση του αντικυβερνητικού κινήματος στη Μεσσηνία τον Αύγουστο του 1834, συνελήφθη και φυλακίστηκε για λίγο από την βαυβαρική Αντιβασιλεία. Το 1839 συνελήφθη με την άδικη κατηγορία της συμομωσίας σαν μέλος της «Φιλορθόδοξης Εταιρείας» που στρεφόταν εναντίον του Όθωνα. Τον εμφάνισαν μάλιστα σαν στρατιωτικό αρχηγό της οργάνωσης αυτής που είχε σαν στόχους την απελευθέρωση των υπόδουλων περιοχών και την στήριξη της ορθόδοξης πίστη. Φυλακίστηκε στο Παλαμήδι, και στη συνέχεια δικάστηκε, στις 11 Ιουλίου 1840, αλλά λόγω έλλειψης στοιχείων αθωώθηκε. Όμως η αθωωτική απόφαση προκάλεσε την οργή της κυβέρνησης η οποία με την προσυπογραφή του Όθωνα τονφυλάκισε στην Αίγινα. Στο μεταξύ λόγω των ταλαιπωριών και φυλακίσεων η υγεία του είχε κλονισθεί σοβαρά. Μάλιστα στη δίκη του είχε προσαχθεί καθιστός από αδυναμία. Τελικά στις 18 Σεπτεμβρίου 1841 αμνηστεύτηκε και αποφυλακίστηκε σχεδόν τυφλός.

Μετά την ελευθέρωσή του ο Νικηταράς αποτραβήχτηκε με την οικογένεια του στον Πειραιά, όπου έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Στα χρόνια αυτά ευτύχησε να τύχει κάποιας αναγνώρισης... Μετά την Επανάσταση του 1843 ονομάστηκε υποστράτηγος, ενώ μετά την συνταγματική εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου 1847 διορίστηκε γερουσιαστής, θέση που του επέφερε μια πενιχρή σύνταξη. Υπαγόρευσε τα απομνημονεύματά του στον Τερστέτη και Σούτσο.

Με την γυναίκα του Αγγελίνα είχαν αποκτήσει έναν γιο, τον Γιάννη και δύο κόρες. Ο Γιάνης , έγινε στρατιωτικός, ενώ η μία από τις κόρες είχε ήδη τρελαθεί από την λύπη της βλέποντας τον πατέρα της σε κακή κατάσταση, μετά τον εκτοπισμό του στην Αίγινα... Ο Νικήτας Σταματελόπουλος άφησε την τελευταία του πνοή στις 25 Σεπτεμβρίου 1849, στον Πειραιά. Λησμονημένος, τυφλός και πάμφτωχος.

Όλη η πορεία και δράση του Νικηταρά κατά την επανάσταση αλλά και μετά την απελευθέρωση χαρακτηρίζεται από ανιδιοτέλεια, τόλμη γενναιότητα αλλά και μετριοφροσύνη: «εις τους κινδύνους πρώτος, τη διανομήν των λαφύρων φεύγων». Χαρακτηρισικό είναι, ότι το μοναδικό του λάφυρο από τον αγώνα ήταν ένα δαμασκηνό σπαθί που πείστηκε να πάρει από τα πλούσια λάφυρα μετά τη μάχη στα Δερβενάκια. Αλλά κι αυτό το προσέφερε σ' έναν έρανο της προσωρινής κυβέρνησης στην Ύδρα, για να χρησιμεύσει στο αρμάτωμα του ελληνικού στόλου για τον ανεφοδιασμό του Μεσολογγίου. Για τις αρετές του αυτές έλαβε πολλά προσωνύμια. Η λαϊκή μούσα, μετά τις πρώτες του νικηφόρες μάχες του, τον είχε ονόμασει «Τουρκοπελέκα». Τον έλεγαν επίσης «Νέο Αχιλλέα», σαν γοργοπόδαρος που ήταν, και τέλος Νικηταρά. Πέραν αυτών κέρδισε και την ποιητική καταξίωση με την επίκληση «Πού 'σαι και συ Νικηταρά, που 'χουν τα πόδια σου φτερά».

Μπορεί (και) ο Νικηταράς να μη δικαιώθηκε στα μάτια των συγχρόνων του. Έχει όμως δικαιωθεί για πάντα - και θα ζει - στη λαϊκή συνείδηση. Και η φυσιογνωμία του θα καταλαμβάνει μια χρυσή και ανεξίτηλη σελίδα της νεώτερης Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους.

Εικόνα

Εικόνα


Κορυφή
 Προφίλ  
 
 Θέμα δημοσίευσης: Re: Μικρές Βιογραφίες
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε: Τρί Μαρ 09, 2010 12:02 pm 
Άβαταρ μέλους

Εγγραφή: Δευτ Μάιος 18, 2009 5:38 pm
Δημοσιεύσεις: 363
Τοποθεσία: Αθήνα - Ίλιον
Ο Νικήτας Σταματελόπουλος ή Νικηταράς ή Τουρκοφάγος, ήταν ένας απ’ τους μεγαλύτερους ήρωες της Επανάστασης του 1821. Ως γνωστόν, οι πολιτικές έριδες, το κομματικά πάθη και τα κάθε είδους συμφέροντα της εποχής που ακολούθησαν την Απελευθέρωση, δημιούργησαν ένα νοσηρό κλίμα στα πλαίσια του οποίου, αρκετοί ήρωες που έδωσαν τα πάντα στον Αγώνα, κατέληξαν να οδηγούνται στο περιθώριο και τη φυλακή (όπως ο Κολοκοτρώνης). Ένας απ’ αυτούς τους ήρωες, που είχαν αυτή την «τύχη» ήταν κι ο Νικηταράς, ο οποίος έκανε «θητεία» αρχικά στο Παλαμήδι και στην συνέχεια στις φυλακές τις Αίγινας, βάσει ανυπόστατων κατηγοριών περί συνωμοσίας εναντίων του βασιλιά Όθωνα.

Αναφέρεται ένα χαρακτηριστικό περιστατικό, το οποίο αναδεικνύει το ήθος αυτού του ήρωα και στον αντίποδα την αχαριστία και την αγνωμοσύνη του κράτους.
Όταν αποφυλακίστηκε ο Νικηταράς το 1841, ήταν τόσο φτωχός που κατάντησε ζητιάνος στα σοκάκια του Πειραιά. Η πενιχρή σύνταξη που έπαιρνε, χάριν μια θέσης γερουσιαστή που του εδόθη, δεν έφτανε «ούτε για ζήτω». Η αρμόδια αρχή η οποία χορηγούσε θέσεις επαιτείας, είχε ορίσει μια ορισμένη μέρα στον ήρωα επαίτη μια θέση μια μέρα της εβδομάδος κοντά στην εκκλησία της Ευαγγελίστριας και του επέτρεπε(!) να επαιτεί κάθε Παρασκευή!

Όταν αυτά έφτασαν στα αυτιά του πρέσβη Μεγάλης Δύναμης, αυτός απεστάλη από την κυβέρνηση του στο σημείο όπου επαιτούσε ο μεγάλος οπλαρχηγός. Μόλις ο Νικηταράς αντελήφθη τον ξένο μάζεψε αμέσως το απλωμένο χέρι του.
- Τι κάνετε στρατηγέ μου; ρώτησε ο ξένος.
- Απολαμβάνω ελεύθερη πατρίδα, απάντησε υπερήφανα ο ήρωας.
- Μα εδώ την απολαμβάνετε, καθισμένος στον δρόμο; επέμενε ο ξένος.
- Η πατρίδα μου έχει χορηγήσει σύνταξη για να ζω καλά, αλλά έρχομαι εδώ για να παίρνω μια ιδέα πως περνάει ο κόσμος, απάντησε περήφανα ο Νικηταράς.

Ο ξένος κατάλαβε, και διακριτικά, φεύγοντας άφησε να του πέσει ένα πουγκί με χρυσές λίρες.
Ο σχεδόν τυφλός Νικηταράς άκουσε τον ήχο, έπιασε το πουγκί και φώναξε στον ξένο: «Σου έπεσε το πουγκί σου. Πάρε το μην το βρει κανένας και το χάσεις!».

Στις 25 Σεπτεμβρίου του 1849, ο γενναίος και έντιμος αυτός ήρωας, πεθαίνει ξεχασμένος και πάμφτωχος.


Κορυφή
 Προφίλ  
 
 Θέμα δημοσίευσης: Re: Μικρές Βιογραφίες
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε: Τρί Μαρ 09, 2010 12:11 pm 
Άβαταρ μέλους

Εγγραφή: Δευτ Μάιος 18, 2009 5:38 pm
Δημοσιεύσεις: 363
Τοποθεσία: Αθήνα - Ίλιον
Ηλίας Χρυσοσπάθης

Η καταγωγή των Χρυσοσπάθηδων ήταν από τη Κωνσταντινούπολη, που όπως και άλλες αρχοντικές οικογένειες ήλθαν στη Μάνη για να ξεφύγουν από τους Τούρκους. Συγκεκριμένα πριν από το 1500 μ.Χ δυο οικογένειες Χρυσοσπάθηδων ήλθαν στη Μάνη, από τα Χρύσαφα της Σπάρτης που προσωρινά είχαν καταφύγει, στο χωριό Πλάτσα Λεύκτρου.

Η μια εγκαταστάθηκε μόνιμα εκεί με το επώνυμο Χορταρέας (χορτάτος-εύπορος) -αλλαγή για τη παραπλάνηση των Τούρκων - ενώ η άλλη εγκαταστάθηκε πιο κάτω στο Κοτρώνι Λεύκτρου, που δημιουργήθηκε μετά και από την εγκατάσταση άλλων οικογενειών.

Ο πρώτος Χρυσοσπάθης που εντοπίζουμε είναι ο παπά Χρυσοσπάθης, που μαζί με άλλους προεστούς της Μάνης, υπογράφει στις 3 Αυγούστου 1582 επιστολή προς το Πάπα Γρηγόριο το Γ΄, στην οποία ζητούν βοήθεια για να συνεχίσουν τον αγώνα κατά των Τούρκων.

Στη συνέχεια τον Ιούνιο του 1826, ο παπά Παναγιώτης, πατέρας του Ηλία Χρυσοσπάθη, έκανε τη δέηση στο Θεό, στο εκκλησάκι του Αι Γιάννη, για τη ματαίωση από τους Λευκτριώτες της απόβασης των ορδών του Ιμπραήμ, στον όρμο της Μάλσοβας.

Ο Ηλίας Χρυσοσπάθης γεννήθηκε στο Κοτρώνι το 1789 και από μικρός φανέρωσε δείγματα ευφυΐας, ενώ τα πρώτα του γράμματα τα έμαθε από το πατέρα του. Αν και αγαπούσε τα γράμματα δεν τα συνέχισε, αλλά από τον όρμο του Άγιου Δημήτρη μπαρκάρει στα Μανιάτικα πειρατικά πλοία για να πολεμήσει τους επιδρομείς Αλγερινούς και Τούρκους.

Έγινε αρχηγός ομάδας συμπατριωτών του, λαμβάνει μέρος σε σκληρούς αγώνες, γνωρίζεται με Έλληνες και ξένους καπεταναίους και συνεργάζεται για τη συστηματική δίωξη των Αλγερινών πειρατών που ερήμωναν τα παράλια της Ελλάδος.

Με την αγαπημένη του <<Γαλιότα>> επιστρέφει στο Κότρωνα και δημιουργεί σώμα 30 αντρών που συντηρεί ο ίδιος και κατατάσσονται στον Αγγλικό στρατό στη Ζάκυνθο. Όταν το 1806 οι Άγγλοι συγκρότησαν τάγμα από Έλληνες στρατιώτες, υπό το στρατηγό Τζώρτζ, δόθηκε στο Χρυσοσπάθη ο βαθμός του λοχαγού και ετέθη υπό τη διοίκηση του Κολοκοτρώνη, που ήταν αρχηγός των Ελληνικών δυνάμεων της Ζακύνθου. Εκεί γνωρίστηκε και συνδέθηκε στενά με πολλά εξέχοντα πρόσωπα που αργότερα διαδραμάτισαν σπουδαίο ρόλο στη διάδοση της Φιλικής Εταιρίας και στην απελευθέρωση της Πατρίδος μας.

Με τη διάλυση από τους Άγγλους των Ελληνικών ταγμάτων της Ζακύνθου, ο Χρυσοσπάθης με τον Αναγνωσταρά και το Παν. Δημητρόπουλο, πήγαν στη Ρωσία για να ζητήσουν μέσω του κόμιτα Καποδίστρια, από τον Αυτοκράτορα Αλέξανδρο, τους μισθούς που τους χρωστούσε η Ρωσία.

Ο Καποδίστριας εκτίμησε το Χρυσοσπάθη τον οποίο πλησίασε ο Σκουφάς, του μίλησε για τη Φιλική Εταιρία και τον χειροτονεί στην αρχή ως αφιερωμένο και στη συνέχεια ως μεγάλο απόστολο. Μετά τη η μύησή του, που έγινε στις 18 Οκτώβρη 1817, έφυγε από την Οδησσό, γύρισε όλη τη Βαλκανική και μύησε εκατοντάδες Έλληνες πατριώτες.

Οι νεώτεροι ερευνητές της Ιστορίας μας, αναγνωρίζοντας τη μεγάλη δράση του Χρυσοσπάθη, συμφωνούν πως ο φλογερός αυτός Φιλικός <<..έγινε ένας από τους πιο δραστήριους αποστόλους της Φ.Ε. Απ’ όπου περνούσε και συναντούσε φίλους και γνωστού του, τους μυούσε. Το έργο του, σαν κατηχητή είναι τεράστιο και οι κατηχηθέντες υπολογίζονται σε εκατοντάδες…>>.

Το 1818 επιστρέφει στην Οδησσό και μετά από νέες οδηγίες πηγαίνει στη Κωνσταντινούπολη, όπου μύησε τον Γαβριήλ Κατακάζην, γαμπρό των Υψηλαντών, τους οποίους στη συνέχεια με εντολή του Χρυσοσπάθη, ο Κατακάζης προσπάθησε να μυήσει.

Από τη Κωνσταντινούπολη κατεβαίνει στη Μάνη (Αύγουστος) και κατηχεί φίλους και καπεταναίους, όπως τους Νικολάκη Χρηστέα (καπετάνιος Μελλιγγού), Γιάννη Καπετανάκη-Μαυρομιχάλη (Δ/ντή Πόρτο Κάγιο) ανιψιό του Πετρόμπεη κ.α.

Η σημαντικότερη όμως επιτυχία του το 1818, ήταν η μύηση στη Φιλική Εταιρία του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, Μπέη της Μάνης. Η μύησή του έγινε στις Κιτριές, στις 2 Αυγούστου 1818 και για τους σκοπούς της Φ.Ε. πρόσφερε 1.000 γρόσια, υποσχέθηκε άλλα 5.000 και 2.000 οπλοφόρους με την ίδια τους τη ζωή.

Η δράση του συνεχίστηκε και τα επόμενα χρόνια στη Μάνη , Κωνσταντινούπολη, Ύδρα, Καλαμάτα, Σπέτσες κ.λ.π.

Όταν οι Μανιάτες θα υψώσουν τη σημαία της επανάστασης , στις 17 Μαρτίου 1821 στην Αρεόπολη, ο Χρυσοσπάθης, μαζί με άλλους καπετάνιους θα ξεχυθούν στη Μάνη και θα σημάνουν γενικό συναγερμό

Στις 22 Μαρτίου μπαίνει με δικό του σώμα, μαζί με τα άλλα μπουλούκι, στη Καλαμάτα και πιάνει θέση κοντά στο κάστρο και απέναντι στο Κονάκι (Διοικητήριο) του Αρναούτογλου. Είναι δίπλα από το Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη στη παράδοση της Καλαμάτας και στη δοξολογία που ακολουθεί στους Αγίους Αποστόλους.

Πολέμησε στη πολιορκία της Κορώνης, της Μεθώνης στα Δερβενάκια, στο Άργος, στη μεγάλη μάχη του Δραγαμέτσου της Ρούμελης, στη φονική μάχη του Λάλα βοηθώντας τους Τριφυλίους επαναστάτες, στη μάχη των Τρίκορφων, στην οποία σκοτώνεται ο αδελφός του Ιωάννης, ενώ ο ίδιος τραυματίζεται βαριά.

Στη πολιορκία της Τριπολιτσάς, με 150 επίλεκτους Μανιάτες που ο ίδιος συντηρεί. Εκεί αρρώστησε από χολέρα και σώθηκε από ένα Μανιάτη εμπειρικό ασκληπιάδη και από το Πολωνό γιατρό Κουτσοβέκη.

Αργότερα, στην Ιστορική μάχη της Βέργας (Ιούνιος 1826) θα πάρει μέρος επικεφαλής δικού του πάλι σώματος και θα πολεμήσει ηρωικά όπως και σε όλες τις παραπάνω μάχες.

Οι πολύτιμες υπηρεσίες του αναγνωρίστηκαν από τον Καποδίστρια, ο οποίος τον διόρισε Γενικό Δ/ντή στη Σύρο. Δεν πρόφτασε όμως να αναλάβει τα νέα του καθήκοντα, γιατί «αρρώστησε ξαφνικά από πνευμονία» και πέθανε σε λίγες ημέρες.

Η Μάνη θρήνησε για το χαμό του και η παράδοση διατήρησε ένα από τα μοιρολόγια που ειπώθηκαν για το θάνατό του:

Κλάφτε βουνά! , Ταΰγετε! Μανάδες, νέοι γέροι
ούλοι πενθοφορέσετε κι εσείς καπεταναίοι,
Γιατί χαμπέρια ήρθασι ,μαύρα σαν το σκοτάδι,
Πώς ο κυρ’ Λιάς ξεψύχησε στα ξένα προψές βράδυ,
Συγνέφιασε .’σύ νουρανέ κι ας είναι μεσημέρι
Στέρεψε κι’ . εσύ θάλασσα στ’ ολόπικρο χαμπέρι.
Χάρε ν’ εσύ δεν σκέφτηκες την λεβεντιά του Λία ;
Γύναι , παιδί και δούλεψη για την . Ελευτερία ;
‘Η μπας, κακούργιε, σ’ έβαλεν ο φτόνοc κι’ η κακία;
Αν ίσως Λιά σε θέρισεν οχτρού πικρό φαρμάκι,
Σφαίρα καφτή να τόνε βρη κι’ αγιάτρευτο σαράκι,
Μα σαν σε πήρεν ο Θεός, χάε στο καλό .Ηλία,
Και 'μείς θε να σ' ανάφτουμε λιβάνια και κερία!...

Πέθανε πάμπτωχος το 1829, αφού διέθεσε όλη του τη περιουσία για τις ανάγκες του Αγώνα του Έθνους, τόσο φτωχός που η χήρα του Διαμαντίνα δεν είχε την οικονομική δύναμη να συντηρήσει το μονάκριβο παιδί τους , το Διονύσιο ο οποίος, μετά από ενέργειες του Κυβερνήτη εισήχθη στο νεοσύστατο Εθνικό Ορφανοτροφείο της Αίγινας. Αργότερα η χήρα Χρυσοσπάθη για να μη πεθάνει από τη πείνα συνταξιοδοτήθηκε με 45 δραχμές το μήνα.


Κορυφή
 Προφίλ  
 
 Θέμα δημοσίευσης: Re: Μικρές Βιογραφίες
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε: Τρί Μαρ 09, 2010 12:37 pm 
Άβαταρ μέλους

Εγγραφή: Δευτ Μάιος 18, 2009 5:38 pm
Δημοσιεύσεις: 363
Τοποθεσία: Αθήνα - Ίλιον
ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΕΛΛΙΟΣ (1890-1975)

Γεννήθηκε στο Δέλβινο. Ο πατέρας του, Αντώνης Μέλλιος, ήταν έμπορος. Εκεί τελείωσε το δημοτικό και έπειτα τη μεσαία σχολή στην Κέρκυρα .Μετά γράφτηκε στο πανεπιστήμιο Αθηνών όπου τελείωσε την Ιατρική το 1912. Διπλωματούχος ιατρός πήγε στην Αίγυπτο στον θείο του Μιχαλάκη Μπαμίχα (ιατρός) οπού έκανε την πρακτική εργασία έως το 1919.
Τον Απρίλιο 1919 επιστρέφει στο Δέλβινο οπού εργάζεται σαν γιατρός έως το 1920. Το 1920-1925 εργάζεται ως γιατρός του δήμου στο Δέλβινο .Το 1925 μετατίθεται στους Αγ.Σαράντα όπου εργάζεται έως το 1940.
Το 1929 παντρεύεται με την Βικτόρια Υομτόβ από το Δέλβινο και έρχεται στην Αθήνα με την προοπτική να εγκατασταθεί εκεί. Όμως ο τότε υφυπουργός εξωτερικών κ.Πολίτης τον προέτρεψε να επιστρέψει στο Δέλβινο, μια που η οικογένεια της μητέρας του, Κατερίνας, ήταν αρχηγοί τον Ελλήνων του Δελβίνου. Ο Γιάννης γύρισε στο Δέλβινο και αφοσιώθηκε στον αγώνα για την υπεράσπιση του ελληνισμού της Β. Ηπείρου.
Το 1930 εκλέχτηκε βουλευτής της μειονότητας για δυο περιόδους έως το 1939 που έγινε η κατοχή της Αλβανίας από τα Ιταλικά στρατεύματα.
Σε αυτήν την περίοδο αγωνίστηκε για να κρατήσει ζωντανή στον Ηπειρώτικο λαό την φλόγα του ελληνισμού. Κυριότερο πρόβλημα που αντιμετώπισε σε αυτή την περίοδο ήταν το 1936 που διετάχθη να κλείσουν τα ελληνικά σχολεία.
Ο 1939 οι ιταλοί καταλαμβάνουν την Αλβανία και στις 13 Οκτωβρίου 1940 συλλαμβάνεται και δεμένος σε μια αλυσίδα μαζί με εκατοντάδες άλλους Ηπειρώτες στην γέφυρα ενός πλοίου μεταφέρθηκε στις φυλακές της Ιταλίας. Τον φυλάκισαν πρώτα στη φυλακή του Μπάρι, η οποία ήταν ένα φρούριο που προορίζονταν για βαρυποινίτες . Εκεί η διαβίωση ήταν ανυπόφορη . Μετά τους μετέφεραν στις φύλακες του Μιλάνου που όπως γράφει στα απομνημονεύματά του η διαμονή ήταν λίγο καλύτερη. Έπειτα από 6 μήνες τους μετέφεραν σαν εξόριστους σε διάφορα χωριά έως το 1942 όπου ελεύθερος πια επιστρέφει στην οικογένειά του στους Αγ . Σαράντα, όπου εργάζεται έως το 1943 .
Το 1943 με τον ερχομό τον γερμανών με τους οποίους συνεργάζονταν και οι αλβανοί εθνικιστές του «Εθνικού μετώπου» πέρασε στην ελεύθερη ζώνη στο χωριό Αγ. Αντρέα όπου εργάστηκε εξυπηρετώντας το λαό και τα νοσοκομεία τον ανταρτών έως το Μάη του 1945 όπου γυρίζει και εγκαθίσταται οικογενειακώς στους Αγ. Σαράντα.
Στις 23-7-1947 συλλαμβάνεται μαζί με πολλούς άλλους Β. Ηπειρώτες όπου παίρνει στις φυλακές του Αργυροκάστρου σε πολλά βασανιστήρια .Τον Νοέμβριο 1947 περνάει από στρατοδικείο με άλλους τέσσερις(4) συμπατριώτες του και δικάζεται σε θάνατο σαν πράκτορας του Β. Ηπειρώτικου Συλλόγου των Ιωαννίνων. Στο κελί των ετοιμοθανάτων έγραψε στη μνήμη του ένα ποίημα το οποίο το έγραψε έπειτα στο χαρτί :
Στης γωνιάς μου την άκρη
Χύνω άφθονο δάκρυ
Αυτό μου΄μεινε μόνο
Να δροσίζω τον πόνο

Τι μελέτη βιβλία
Εξετάσεις σχολεία
Κόποι, μόχθοι και πάθη
Επιστήμη ‘ Ιπποκράτη ;

Ολ’αυτά σε μια ώρα
Εξαφάνιση μπόρα
Φυλακή ,χειροπέδες
Έτσι θέλουν οι παίδες
Τώρα τράβα της μοίρας
Τα κακά και τας ψείρας
Τώρα πλύνε χαλιέδες
Έτσι θέλουν οι παίδες

Και στη λάσπη κυλήσου
Φάει ,πιώ και κοιμήσου
συντροφιά με χαφιέδες
Έτσι θέλουν οι παίδες

Μια ελπίς με κρατεί
Που κανόνι βροντή
Στων συνόρων τις ράχες
Των Ακρίτων οι ράχες
(ακούει τις βροντές του εμφύλιου)

Κι’αν το θαύμα θε γίνει
Κι’ερθει η μέρα εκείνη
Η Μεγάλη Ημέρα
Και μας έρθεις Μητέρα
Συμεών θα φωνάξω
Είχες δίκιο θα κράξω
Παρτον δούλων θεούλη
Λευτερώθηκε δούλη

Κι’είναι άλλοι για μένα
Που θα πάρουν το αίμα
Που θα στήσουν στα πλάγια
Τη λεύκη και γαλάζια

Που σε χίλια τόπια
Θε να στήσουν μνημεία
Σε ανδρείους θαμμένους
Ζωντανούς πεθαμένους

Τι αιώνια η μνήμη
Τ’όνομα του δε σβήνει
Τι το αίμα τους έχυσαν
Τα κορμιά τους σκόρπισαν
Τα κορμιά των ανδρείων
Στης τιμής το πεδίον

Μα σαν όνειρο σβήνει
Η ελπίς και μ’αφήνει
Συντροφιά μου και μόνο
Τον αγιάτρευτο πόνο.

Με μεγάλες προσπάθειες της γυναίκας του και συγγενών του μπόρεσαν να μετατρέψουν την ποινή σε ισόβια.Απελευθερώθηκε από τη φυλακή στις 23-7-1956 και εργάστηκε στην πόλη του Φιέρι έως το 1975 που απεβίωσε.
Κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής του δραστηριότητας ήταν καλός γιατρός και καλός άνθρωπος. Σε κάθε δύσκολη περίπτωση που ο άρρωστος δεν μπορούσε να μετεκινηθεί πήγαινε μόνος του με το άλογο για να τον εξετάσει και σε σοβαρές περιπτώσεις καλούσε γιατρούς από Κέρκυρα ή Γιάννενα.
Όταν οι ιταλοί μετά την φυλακή τον εξόρισαν σε ένα χωριό της Σιένας, ονομαζόμενο Κασολε ντ’Ελσα, εργάστηκε εκεί και σαν γιατρός μια που ο ιταλός γιατρός έφυγε στον πόλεμο. Ο κόσμος εκεί ήταν πολύ φτωχός ,γι΄αυτό αυτός δεν έπαιρνε χρήματα. Όσοι είχαν χρήματα άφηναν τα χρήματα της επίσκεψης στο φαρμακείο, ενώ οι φτωχοί δεν πλήρωναν και έπαιρναν και τα φάρμακα δωρεάν. Τον καλούσαν με το όνομα «ντοτόρε Γκρέκο» . Όταν απολύθηκε το 1956 του έγραψαν θερμά συγχαρητήρια πολλοί ιταλοί και πολύς κόσμος ήρθε για να τους εξετάσει από τα χωριά του Δελβίνου και του Αγ. Σαράντα.
Στην Αλβανία σε πολλά συγγράμματα συλλέγεται με τους γιατρούς που προσέφεραν πολύ σε μια περίοδο που το σύστημα της περίθαλψης είχε πολλά κενά για ένα κράτος πρόσφατα θεμελιωμένο. Μαζί με τους γιατρούς Σίμο Σιμωνίδη από το Βουνό και Λόνι Γκίνι από τη Λούσνια σύνταξαν τη νομοθεσία για την οργάνωση της ιατρικής περίθαλψης και της Γενικης Διεύθυνσης που το 1936 έγινε νόμος.
Στην κηδεία του, 5-12-1975, πολύς κόσμος ήρθε να τον συνοδεύσει στην τελευταία του κατοικία. Το όνειρό του, όμως, να τον σκεπάσουν με μια ελληνική σημαία δεν πραγματοποιήθηκε λόγω των περιστάσεων.
Το 2006 το Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδος τον τίμησε με ένα μετάλλιο.

Εικόνα


Κορυφή
 Προφίλ  
 
 Θέμα δημοσίευσης: Re: Μικρές Βιογραφίες
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε: Τρί Μαρ 09, 2010 12:40 pm 
Άβαταρ μέλους

Εγγραφή: Τετ Μάιος 30, 2007 11:52 am
Δημοσιεύσεις: 291
Πολύ καλό :D


Κορυφή
 Προφίλ  
 
 Θέμα δημοσίευσης: Re: Μικρές Βιογραφίες
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε: Τρί Μαρ 09, 2010 5:31 pm 
Site Admin
Άβαταρ μέλους

Εγγραφή: Σάβ Μαρ 31, 2007 2:39 pm
Δημοσιεύσεις: 7282
Τοποθεσία: ΑΘΗΝΑ
Συμφωνώ υπέροχο θέμα :D


Κορυφή
 Προφίλ  
 
 Θέμα δημοσίευσης: Re: Μικρές Βιογραφίες
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε: Τρί Μαρ 09, 2010 6:40 pm 
Άβαταρ μέλους

Εγγραφή: Πέμ Μάιος 22, 2008 8:30 am
Δημοσιεύσεις: 314
Τοποθεσία: Πετρούπολη-Μεσσηνία
Tο πρωτότυπο γράμμα της Ελένης Ιωαννίδου, βρίσκεται στο μουσείο πολέμου στο Καλπάκι.

_________________
Εικόνα


Κορυφή
 Προφίλ  
 
 Θέμα δημοσίευσης: Re: Μικρές Βιογραφίες
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε: Τρί Μαρ 09, 2010 7:34 pm 
Άβαταρ μέλους

Εγγραφή: Σάβ Μαρ 07, 2009 9:36 pm
Δημοσιεύσεις: 485
Τοποθεσία: Μεσσηνία
Kαι όχι μόνο!!!Απλά υπέροχο το θέμα!! :D Τάκη για την Ελένη Ιωαννίδου πρόσφατα το καλοκαίρι,άρχισαν εργασίες και βρέθηκε χώρος δίπλα στον κεντρικό δρόμο που ανεβαίνει στην πάνω πόλη της Κυπαρισσίας και έχει στηθεί η προτομή της,και απο εκεί είναι η φωτό που δημοσίευσες.

_________________
ΕικόναΕικόναTσάφος Δημήτρης


Κορυφή
 Προφίλ  
 
 Θέμα δημοσίευσης: Re: Μικρές Βιογραφίες
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε: Τετ Μαρ 10, 2010 8:48 am 
Άβαταρ μέλους

Εγγραφή: Πέμ Ιούλ 17, 2008 10:23 am
Δημοσιεύσεις: 243
Τοποθεσία: ΡΟΔΟΣ
Μπράβο Τάκη υπέροχο θέμα!!!


Κορυφή
 Προφίλ  
 
 Θέμα δημοσίευσης: Re: Μικρές Βιογραφίες
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε: Τετ Μαρ 10, 2010 12:12 pm 
Άβαταρ μέλους

Εγγραφή: Δευτ Μάιος 18, 2009 5:38 pm
Δημοσιεύσεις: 363
Τοποθεσία: Αθήνα - Ίλιον
Δημήτριος Μπαϊρακτάρης

Ο Δημήτριος Μπαϊρακτάρης ήταν Έλληνας στρατιωτικός και ο πρώτος αστυνομικός διευθυντής της Αθήνας.
Γεννήθηκε το 1833 στο Αγρίνιο και πέθανε το 1900 στην Αθήνα. Καταγόμενος από Σουλιώτικη οικογένεια κατατάχθηκε στο στρατό το 1848 ως στρατιώτης όπου γρήγορα προάχθηκε σε αξιωματικό του πεζικού. Έλαβε ενεργό μέρος στη Κρητική επανάσταση του 1866 και διέπρεψε σε ανδραγαθίες. Το 1893 όταν συστάθηκε η στρατιωτική αστυνομία, (με τον νόμο ΒΡΠΗ΄ στις 20 Μαρτίου 1893) διορίσθηκε με τον βαθμό του ταγματάρχη Αστυνομικός Διευθυντής Αθηνών αφήνοντας άριστες αναμνήσεις από πλούσια σε αριθμό περιστατικά κατά τον διωγμό των τότε κουτσαβάκηδων που μάστιζαν το κέντρο της Αθήνας.
Το 1897 φέροντας τον βαθμό του συνταγματάρχη ονομάσθηκε ταξίαρχος και με την κήρυξη του Ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897 μετέβη στην Άρτα όπου σε ταχύτατο χρόνο συγκρότησε ολόκληρη ταξιαρχία με δυνάμεις πεζικού, μηχανικού, πυροβολικού αλλά και ιππικού καθώς και δύο τάγματα χωροφυλακής και αστυφυλακής (περίπου σύνολο 7.000 αξιωματικοί και οπλίτες). Με την δύναμη αυτή και με τη βοήθεια μιας ακόμη ταξιαρχίας (του Γκολφινόπουλου) συνήψε την τριήμερη μάχη του Γριμπόβου (από 30 Απριλίου μέχρι και 2 Μαΐου 1897) κατά την οποία και διακρίθηκε για την ανδραγαθία του περιτρέχοντας στη πρώτη γραμμή του πυρός εμψυχώνοντας τους άνδρες του.
Αποστρατεύθηκε στις 10 Μαρτίου του 1900 προαχθείς σε υποστράτηγο, όπου και πέθανε λίγους μήνες μετά.

Πως "πολεμησε" τα κουτσαβακια:

Για την επίθεσή του εναντίων των Κουτσαβάκηδων, διέθετε σκληρούς Ευζώνους κι αφοσιωμένους πυροβολητές, που μάλιστα τους διάλεγε ο ίδιος.

Αυτός λοιπόν χρησιμοποίησε ένα μέσο για την παράκαμψή τους , την ηθική τους απαξίωση με εργαλεία τέσσερα:

Α. Μπαλτά
Β. Ψαλίδι (τεράστια βλαχοψαλίδα)
Γ. Βαριοπούλα
Δ Ξουράφι

Έτσι λοιπόν η σύλληψη του Κουτσαβάκη ακολουθείτο από:

Α. Την μετατροπή του τακουνάτου παπουτσιού τους σε ίσιο παπούτσι χωρίς τακούνι με τον μπαλτά.

Β. Το κόψιμο του μισού μουστακιού με ξυράφι, έτσι υποχρεωνόταν ο κουτσαβάκης να ξυρίσει ο ίδιος το άλλο μισό.

Γ. Έκοβε με το ψαλίδι το μανίκι που δεν φορούσαν, με την δικαιολογία ότι δεν τους χρειάζεται και φυσικά κοβόντουσαν το ζωνάρι και ψαλιδιζόντουσαν τα μαλλιά .

Δ Τους υποχρέωνε να σπάσουν οι ίδιοι με βαριοπούλα την μπιστόλα τους και τα μαχαίρια τους, τα σίδερα πουλιώντουσαν στα παλιατζίδικα.

Μετά από αυτό δεν τους πείραζε κανείς ήταν ελεύθεροι να φύγουν από το Μεντρεσέ που γινόταν η διαδικασία πολλές φορές αυτές οι διαδικασίες γινόντουσαν και δημόσια, υπό το γιούχα των παρευρισκομένων πολιτών που, οι οποίοι ταλαιπωρημένοι και κακοπαθημένοι από αυτή την ιδιόρρυθμη αλητεία «έπαιρναν» την ρεβάνς τους . Ο εξευτελισμός αυτός, ήταν φοβερός, ώστε στο εξής αναγκάζονταν να εξαφανιστούν από προσώπου γης.

«Ο Μπαϊρακτάρης μου έκοψε το ένα το μανίκι
Και να ξεχάσω δεν μπορώ , αυτό το ρεζιλίκι
Ο Μπαϊρακτάρης μ έπιασε στο Μεντρεσέ με έκλεισε
Τη σκανδαλιάρα μου έσπασε και το μουστάκι μου έκοψε…….»

Εικόνα


Κορυφή
 Προφίλ  
 
 Θέμα δημοσίευσης: Re: Μικρές Βιογραφίες
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε: Τετ Μαρ 10, 2010 12:23 pm 
Άβαταρ μέλους

Εγγραφή: Δευτ Μάιος 18, 2009 5:38 pm
Δημοσιεύσεις: 363
Τοποθεσία: Αθήνα - Ίλιον
Γρηγόρης Αυξεντίου 1928 – 1957


Ήρωας του ελληνοκυπριακού αγώνα κατά των άγγλων δυναστών στη μεγαλόνησο.

Γεννήθηκε στο χωριό Λύση Αμμοχώστου στις 22 Φεβρουαρίου 1928. Με την αποφοίτησή του από το γυμνάσιο μετέβη στην Ελλάδα για να σπουδάσει στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Μπήκε τελικά στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών και παράλληλα μελετούσε για να εγγραφεί στη Φιλοσοφική. Υπηρέτησε στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα ως Ανθυπολοχαγός πεζικού και μετά επέστρεψε στην Κύπρο, όπου εργάστηκε ως οδηγός ταξί.

Στις 20 Ιανουαρίου 1955 έγινε η πρώτη συνάντηση του Αυξεντίου με τον Γεώργιο Διγενή - Γρίβα, που ήταν αρχηγός της Ε.Ο.Κ.Α. (Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών) και μπήκε στον αγώνα κατά των Άγγλων. Την άνοιξη του ιδίου χρόνου συμμετείχε στις επιθέσεις κατά της Ηλεκτρικής Εταιρείας και του Ραδιοφωνικού Σταθμού της Λευκωσίας.

Πολύ γρήγορα διακρίθηκε για τις ηγετικές του ικανότητες και του δόθηκε η θέση του υπαρχηγού της Ε.Ο.Κ.Α, της μεγαλύτερης απελευθερωτικής οργάνωσης στο νησί, με κύριο στόχο την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Κατά τη διάρκεια της σύντομης αντιστασιακής του δράσης έλαβε τα ψευδώνυμα «Ζήδρος», «Ρήγας», «Αίαντας», «Άρης», «Μάστρος» και «Ζώτος».

Οι Άγγλοι κατακτητές έκαναν πολλές προσπάθειες για να τον συλλάβουν και τον επικήρυξαν με 5.000 λίρες. Ο Αυξεντίου πάντα τους ξέφευγε και ποτέ δεν έχασε το κουράγιο του. Μια φορά μεταμφιέστηκε σε καλόγερο και κέρασε τους άγγλους διώκτες του χωρίς να τον αναγνωρίσουν. Στις 10 Ιουνίου του 1955 βρήκε την ευκαιρία να παντρευτεί την αγαπημένη του Βασιλική στο μοναστήρι του Αχειροποιήτου.

Στις 12 Δεκεμβρίου 1955 ο Αυξεντίου και όλη η ιεραρχία της ΕΟΚΑ παγιδεύτηκαν από τους Βρετανούς στο όρος Τρόοδος, κοντά στο χωριό Σπίλια. Ο Αυξεντίου, όχι μόνο οδήγησε τους συντρόφους του σε ασφαλές μέρος, αλλά άφησε τους Άγγλους να αλληλοπυροβολούνται και να έχουν πολλά θύματα.

Στα τέλη Φεβρουαρίου 1957 οι αγγλικές δυνάμεις ασφαλείας έλαβαν την πληροφορία από ένα βοσκό ότι ο Αυξεντίου και η ομάδα του κρύβονται σε μια σπηλιά πλησίον της Μονής Μαχαιρά στο όρος Τρόοδος. Αμέσως, απόσπασμα από 60 στρατιώτες έφθασε εκεί το απόγευμα της 2ας Μαρτίου. Περικύκλωσε τη σπηλιά και κάλεσε τον Αυξεντίου να παραδοθεί. Ο επικεφαλής του βρετανικού αποσπάσματος, ανθυπολοχαγός Μίντλετον, πλησίασε την είσοδο της σπηλιάς και φώναξε: «Ρίξε τα όπλα σου και παραδώσου, αλλιώς θα επιτεθούμε». Κάποιος απάντησε: «Καλά παραδινόμαστε». Τέσσερις άνδρες βγήκαν έξω, όχι και ο Αυξεντίου. Ο Μίντλετον τον κάλεσε και πάλι να παραδοθεί, αλλά έλαβε την υπερήφανη απάντηση «Μολών λαβέ».

Αμέσως, τέσσερις στρατιώτες όρμησαν μέσα στην σπηλιά. Ο Αυξεντίου τους υποδέχτηκε με καταιγιστικά πυρά. Οι τρεις Βρετανοί οπισθοχώρησαν έντρομοι, ο τέταρτος, ένας δεκανέας, έπεσε νεκρός. Ο Μίντλετον ζήτησε ενισχύσεις, οι οποίες κατέφθασαν αμέσως με ελικόπτερα. Η μάχη συνεχίσθηκε για 10 ώρες, χωρίς αποτέλεσμα για τους επιτιθέμενους. Μπροστά στο αλύγιστο θάρρος του Αυξεντίου και αφού χρησιμοποίησαν όλων των ειδών τα όπλα, οι Βρετανοί έρριψαν στη σπηλιά βόμβες πετρελαίου. Τεράστιες φλόγες κάλυψαν το σπήλαιο, για να τυλίξουν σε λίγο το κορμί του Αυξεντίου.

Η μάχη τελείωσε στις 2 το βράδυ της 3ης Μαρτίου 1957. Το πτώμα του ηρωικού πατριώτη βρέθηκε απανθρακωμένο και τάφηκε την επομένη στις Κεντρικές Φυλακές Λευκωσίας, στο χώρο που είναι γνωστός σήμερα ως «Τα Φυλακισμένα Μνήματα». Ο Γρηγόρης Αυξεντίου ήταν μόλις 29 ετών.

Εικόνα


Κορυφή
 Προφίλ  
 
 Θέμα δημοσίευσης: Re: Μικρές Βιογραφίες
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε: Τετ Μαρ 10, 2010 12:27 pm 
Άβαταρ μέλους

Εγγραφή: Δευτ Μάιος 18, 2009 5:38 pm
Δημοσιεύσεις: 363
Τοποθεσία: Αθήνα - Ίλιον
Ιωάννης Βαρβάκης 1745 – 1825

Πλοιοκτήτης, έμπορος και εθνικός ευεργέτης. Γεννήθηκε το 1745 στα Ψαρά και ήταν γιος του Ανδρέα Λεοντίδη και της Μαρίας Μάρου. Σε ηλικία 17 ετών ήταν ήδη ένας έμπειρος ναυτικός με δικό του πλοίο («Άγιος Ανδρέας»). Ξόδεψε όλη του την περιουσία για να το μετατρέψει σε πολεμικό και το 1768 το ενέταξε στη δύναμη του ρωσικού ναυτικού, που μαχόταν τους Οθωμανούς (Ρωσοτουρκικός Πόλεμος 1768-1774). Επέδειξε ιδιαίτερες οργανωτικές και πολεμικές ικανότητες κατά τη Ναυμαχία του Τσεσμέ (5 - 7 Ιουλίου 1770), με αποτέλεσμα οι συναγωνιστές του να του κολλήσουν το παρατσούκλι Βαρβάκης (από το αρπακτικό πουλί βαρβάκι). Του άρεσε και το χρησιμοποίησε ως επίθετο για το υπόλοιπο της ζωής του.

Μετά την υπογραφή της ταπεινωτικής για τους Οθωμανούς, Συνθήκης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (21 Ιουλίου 1774), ο Βαρβάκης βρέθηκε άφραγκος, αφού το καράβι του κατασχέθηκε από τις τουρκικές αρχές, όταν επεχείρησε να το πουλήσει στην Κωνσταντινούπολη. Σκέφθηκε να μεταβεί στη Ρωσία και να ζητήσει ακρόαση από την Αικατερίνη τη Μεγάλη, όπου θα της διεκτραγωδούσε την κατάστασή του, αλλά και θα τις τόνιζε τις υπηρεσίες που προσέφερε στη χώρα της. Η συνάντηση κλείστηκε στην Αγία Πετρούπολη με τη μεσολάβηση του στρατάρχη Ποτέμκιν, εραστή της τσαρίνας.

Η Αικατερίνη προς μεγάλη του έκπληξη φάνηκε γενναιόδωρη μαζί του. Για τις υπηρεσίες του προς τη Ρωσία, τον ονόμασε ανθυποπλοίαρχο του ρωσικού πολεμικού ναυτικού, του έδωσε προνομιακή άδεια αλιείας στην Κασπία Θάλασσα και 1.000 χρυσά ρούβλια. Ο Ιβάν Αντρέγεβιτς Βαρβάτσι ήταν τώρα ρώσος πολίτης.

Με τα χρήματα της τσαρίνας και την άδεια αλιείας ανά χείρας και αφού διήνυσε απόσταση 5.000 χιλιομέτρων από την Αγία Πετρούπολη εγκαταστάθηκε στο Αστραχάν. Μέσα σε λίγα χρόνια έγινε πάμπλουτος από την αλιεία οξύρρυγχου και το εμπόριο του χαβιαριού. Το 1788 είχε στη δούλεψή του 3.000 άτομα. Μεγάλο μέρος της περιουσίας του το διέθεσε για κοινωφελή έργα στην περιοχή (γέφυρες, νοσοκομείο, διώρυγα κλπ).

Για τις υπηρεσίες αυτές παρασημοφορήθηκε από τον τσάρο Αλέξανδρο Α' και το 1810 απέκτησε τίτλους ευγενείας αυτός και η οικογένειά του. Το 1812 μετακόμισε πιο δυτικά και συγκεκριμένα στην πόλη Ταγκαρόγκ (Ταϊγάνι), όπου ανθούσε μια μεγάλη ελληνική κοινότητα. Διέθεσε 600.000 ρούβλια για την ανέγερση ενός επιβλητικού μοναστηριού, όπου εψάλη η νεκρώσιμος ακολουθία για τον τσάρο Αλέξανδρο Α'.

Ο Βαρβάκης δεν ξέχασε την πατρίδα του και βοήθησε παντοιοτρόπως τους επαναστατημένους Έλληνες. Μετά την καταστροφή των Ψαρών επανήλθε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στη Ζάκυνθο, όπου πέθανε στις 10 Ιανουαρίου 1825. Δύο μέρες νωρίτερα, με τη διαθήκη του κληροδότησε το μεγαλύτερο μέρος για την ανέγερση Λυκείου («Βαρβάκειο»), κλειστής αγοράς («Βαρβάκειος Αγορά»), για τη συντήρηση άπορων οικογενειών και την εξαγορά αιχμαλώτων. Ανδριάντας του Ιωάννη Βαρβάκη βρίσκεται στο Ζάππειο.

Εικόνα


Κορυφή
 Προφίλ  
 


Τελευταίες δημοσιεύσεις:  Ταξινόμηση ανά  
Δημιουργία νέου θέματοςΓράψτε το σχόλιο σας Σελίδα 1 από 3   [ 38 Δημοσιεύσεις ]
Μετάβαση στην σελίδα 1, 2, 3  Επόμενο


Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση: Δεν υπάρχουν εγγεγραμμένα μέλη και 0 επισκέπτες


Δεν μπορείτε να δημοσιεύετε νέα θέματα σε αυτή τη Δ. Συζήτηση
Δεν μπορείτε να απαντάτε σε θέματα σε αυτή τη Δ. Συζήτηση
Δεν μπορείτε να επεξεργάζεστε τις δημοσιεύσεις σας σε αυτή τη Δ. Συζήτηση
Δεν μπορείτε να διαγράφετε τις δημοσιεύσεις σας σε αυτή τη Δ. Συζήτηση
Δεν μπορείτε να επισυνάπτετε αρχεία σε αυτή τη Δ. Συζήτηση

Αναζήτηση για:
Μετάβαση σε:  



Powered by phpBB © 2000, 2002, 2005, 2007 phpBB Group
Mods Βάση δεδομένων
610nm Style by Daniel St. Jules of Gamexe.net

Ελληνική μετάφραση από το phpbbgr.com
phpBB SEO
Portal XL 5.0 ~ Plain 0.2
Create a Forum | Terms of Service | Privacy Policy | Report the forum